Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Σύντομη ιστορία του ροκ - Μέρος τρίτο: Το μεταίχμιο

Με τον Έλβις να πηγαίνει στον στρατό (πιθανότατα σε μια προσπάθεια της RCA να απαλύνει την εικόνα του οργισμένου νέου), τον Μπάντι Χόλι νεκρό, τον Τσακ Μπέρι και τον Τζέρι Λι Λούις μπλεγμένους σε σκάνδαλα με ανήλικες, τον Λιτλ Ρίτσαρντ να έχει γίνει ιεροκήρυκας και ένα τεράστιο σκάνδαλο [Payola investigations] να έχει ξεσπάσει με καταγγελίες για δωροδοκίες ραδιοφωνικών παραγωγών ώστε να παίζουν συγκεκριμένα τραγούδια, το ροκ εν ρολ δείχνει να έχει χάσει την πρώτη νεανική ορμή του. Ο φυλετικός διαχωρισμός οργιάζει και στον χώρο της μουσικής: λευκοί μουσικοί κλέβουν ανενδοίαστα τα τραγούδια των μαύρων, που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στα κύρια pop charts, και τα κάνουν επιτυχίες με το όνομά τους. Οι εταιρείες προβάλλουν διάφορους ατάλαντους στην προσπάθειά τους να κατασκευάσουν έναν νέο Έλβις που θα τους αποφέρει τα κέρδη που προσδοκούν από μια κατά τα φαινόμενα ανεξάντλητη αγορά.

Στο προσκήνιο έρχονται τώρα διάφοροι συνθέτες και παραγωγοί που δεν εκτελούν οι ίδιοι τα τραγούδια τους. Ένα τέτοιο δίδυμο ήταν ο Τζέρι Γκόφιν και η Κάρολ Κινγκ (που αργότερα έγινε και πολύ επιτυχημένη τραγουδίστρια) που κάνουν επιτυχία το 1960 με το Will You Still Love Me Tomorrow και τις Σιρέλς.


Όλα μοιάζουν να προετοιμάζουν τη Βρετανική Εισβολή στην Αμερική που ίσως οφείλει πολλά σε όλα αυτά τα κοριτσίστικα γκρουπάκια της εποχής.
Ένα άλλο ντουέτο δημιουργών, οι Τζεφ Μπάρι και Έλι Γκρίνουιτς, δίνουν το Be My Baby στις Ρονέτς το 1963.


Η μουσική βιομηχανία κατασκευάζει διάφορα ινδάλματα για τα κορίτσια της εποχής - προφανώς αγοράζανε περισσότερα δισκάκια από τα αγόρια. Έναν τύπο εξωραϊσμένου, στρογγυλεμένου, καθόλου απειλητικού (σεξουαλικά) Έλβις ώστε να μπορούν να ερωτεύονται ακίνδυνα οι Αμερικανιδούλες. Και να καταναλώνουν!
Ο ίδιος ο Έλβις μετά την επιστροφή του από τον στρατό ακολουθεί αυτό το μοντέλο. Άλλοι, με ωραία γλυκερή εμφάνιση αλλά όχι πάντα με ανάλογα φωνητικά προσόντα, είναι οι Φράνκι Άβαλον, Φάμπιαν, Μπόμπι Βι, Μπόμπι Βίντον και άλλοι.
Αν ήθελα να ξεχωρίσω κάποιον από αυτούς, ίσως αυτός να ήταν ο Μπομπι Ντάριν.


Παράλληλα, στις αρχές της δεκαετίας του '60 ανθεί και η σόουλ, στην παράδοση του Νατ Κινγκ Κόουλ, του Σαμ Κουκ, κλπ, με κυρίαρχο όνομα τους Ντρίφτερς, που έχουν βασικό τραγουδιστή τον άρτι εκλιπόντα Μπεν Ε. Κινγκ. Η σόουλ της εποχής είναι Ριθμ&Μπλουζ έντονα διανθισμένη με στοιχεία λάτιν.
Το Save the Last Dance For Me (1960) είναι παραγωγή του διάσημου ντουέτου παραγωγών Τζέρι Λίμπερ και Μάικ Στόλερ με τη φωνή του Κινγκ λίγο πριν ξεκινήσει σόλο καριέρα.


Κάπου εκεί η γενιά που πέρασε την εφηβεία της με ροκ εν ρολ αρχίζει να ενηλικιώνεται και να αναζητά νέα νοήματα. Η αμερικάνικη φολκ με ιδιαίτερη έξαρση την εποχή των Πιτ Σίγκερ, Γούντι Γκάθρι κλπ, που έμοιαζε να έχει σβήσει με τον μακαρθισμό, γνωρίζει την αναγέννηση [folk revival] εκεί γύρω στο 1960 με συγκροτήματα όπως οι Κίνγκστον Τρίο και οι Πίτερ, Πολ & Μέρι. Με στίχο ψαγμένο αλλά λιγότερο πολιτικοποιημένο αρχίζει να συγκινεί μία γενιά που επρόκειτο να βιώσει το αντιπολεμικό κίνημα και το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων.
Το 500 Miles γνώρισε πολλές εκτελέσεις. Μια από τις πρώτες και πιο πετυχημένες ήταν από τους Κίγκστον Τρίο το 1962. Οι στίχοι του μιλάν για έναν ταξιδιώτη που μακριά από το σπίτι του, χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά, ντρέπεται να γυρίσει πίσω.


Μια σειρά καλλιτεχνών, όπως οι Έβερλι Μπράδερς, ο Ρίκι Νέλσον και ο Ρόι Όρμπισον, προχωρούν τη γραμμή του ροκαμπίλι της προηγούμενης δεκαετίας, απαλύνοντάς την σε μια πιο ποπ εκδοχή. Οι Έβερλι Μπράδερς γεφυρώνουν τις δυο δεκαετίες και σαφώς επηρεάζουν τα φωνητικά των Μπιτλς αλλά και των Σάιμον-Γκαρφάνκελ. Το 1960 κάνουν Νο1 επιτυχία σε Αμερική και Αγγλία το μάλλον ξεχασμένο σήμερα Cathy's Clown.


Λίγο πριν τη Βρετανική εισβολή, η Αμερική σαρώνεται από τη μόδα της μουσικής σερφ με ρίζες στη Νότια Καλιφόρνια και στην ξένοιαστη ζωή της νεολαίας της. Επανέρχεται στο προσκήνιο η ορχηστρική μουσική και ο Ντικ Ντέιλ (λιβανέζικης καταγωγής) κάνει επιτυχία το 1962 τη Μισιρλού, ένα μουσικό κομμάτι που η καταγωγή του χάνεται κάπου στην ανατολική Μεσόγειο - μια εκδοχή του τραγουδιέται σε γάμους στο Ισραήλ. Σίγουρα πέρασε από τα χέρια του ρεμπέτη Μιχάλη Πατρινού - το ηχογράφησε δύο φορές, 1930, 1931 - αλλά και γνώρισε μια τζαζ διασκευή από τον Νικ Ρουμπάνη το 1941.


Υπάρχει βέβαια και το σερφ ροκ με στίχο, όπου αυτό που κυριαρχεί είναι το σερφινγκ, τα κορίτσια και τα αυτοκίνητα. Είναι το είδος του τραγουδιού στο οποίο διαπρέπουν οι Beach Boys με ηγετική φυσιογνωμία και βασικό τραγουδιστή τον Μπράιαν Γουίλσον και επιρροές από τζαζ - ιδίως στα φωνητικά τους. Μία από τις μεγάλες τους επιτυχίες είναι το Surfin' USA, για το οποίο κατηγορήθηκαν ότι η μελωδία του ήταν κλεμμένη από το Sweet Little Sixteen του Τσακ Μπέρι. Ο Μπέρι κέρδισε την υπόθεση και οι Beach Boys αναγκάστηκαν να προσθέσουν το όνομά του ως δημιουργού του τραγουδιού και να του δώσουν ποσοστά από τα κέρδη. Ίσως γι' αυτό στην τηλεοπτική εμφάνισή τους να φαίνονται τόσο απογοητευτικά αδέξιοι.


Τα χρόνια αυτά είναι από τη μια μεριά περίοδος στυγνής εκμετάλλευσης των πάντων από τις εταιρίες, αλλά ταυτόχρονα εποχή πειραματισμών που έφεραν, αν μη τι άλλο, στο προσκήνιο από τη μια τη σόουλ (Sweet Soul) και από την άλλη την αναγέννηση της φολκ μουσικής.


Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Σύντομη ιστορία του ροκ - Μέρος δεύτερο: Η εμφάνιση του ροκ εν ρολ

Πολλοί οι λόγοι που οδήγησαν στην εμφάνιση του καινούργιου μουσικού είδους. Κατ' αρχάς η εσωτερική μετανάστευση έφερε σε επαφή τα διακριτά είδη και κυρίως επέτρεψε στη λευκή νεολαία να ακούσει τη μουσική των μαύρων. Η ανάπτυξη της τηλεόρασης άφησε χώρο στο ραδιόφωνο να καλύψει τις μουσικές ανάγκες των περιοχών με σχετική ελευθερία και οδήγησε σε μια άνθιση μουσικών εκπομπών με νέο περιεχόμενο που πρόβαλαν και μαύρη μουσική την οποία μπορούσε να ακούσει και ένα λευκό νεανικό ακροατήριο. Η ευημερία που προέκυψε στις ΗΠΑ μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο επέτρεπε στη νεολαία να διαθέτει αγοραστική δύναμη. Νέες ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρίες [Atlantic, Sun, Chess] εμφανίστηκαν, που ηχογραφώντας λίγο-πολύ μαύρη μουσική ή μουσική επηρεασμένη απ' αυτή στόχευσαν  σ' αυτούς τους λευκούς (κυρίως) εφήβους. Οι ποικίλες μουσικές διασταυρώσεις λοιπόν και η δημιουργία μιας νέας αγοράς έδωσαν τεράστια ώθηση στο νέο είδος που γεννιόταν.

Δεν υπήρξε φυσικά μια συγκεκριμένη στιγμή που ξεκίνησαν όλα. Το '53-'54 φαινόταν ότι κάτι νέο ερχόταν αλλά τα πράγματα ξεκαθάρισαν το 1955. Με την επιτυχία τραγουδιών όπως το Rock Around the Clock του Μπιλ Χάλεϊ το ροκ εν ρολ γίνεται μέρος της λευκής κουλτούρας.


Παρά την τεράστια συμβολή των μαύρων και της κουλτούρας τους στη δημιουργία του νέου είδους, η αμερικανική κοινωνία και η μουσική βιομηχανία κάθε άλλο παρά έτοιμες είναι να τους δεχτούν ως ισότιμο παράγοντα. Ακόμα και οι πίνακες επιτυχιών [charts] που χρησιμοποιούν οι ραδιοφωνικές εκπομπές και οι διάφοροι επιχειρηματίες που εμπλέκονται στον χώρο κρατάνε τη μαύρη μουσική χωριστά - στα Rhythm&Blues charts - από φόβο μήπως διαφθαρεί η νεολαία από τους "τεμπέληδες και λάγνους νέγρους" και τη μουσική τους.

Οι μαύροι μουσικοί δεν έμπαιναν εύκολα λοιπόν στα κύρια charts. Ένας από αυτούς που μπήκαν στα "λευκά" charts το 1956 ήταν ο καθόλου απειλητικός, καλοκάγαθος Φατς Ντόμινο με το Blueberry Hill. Είναι χαρακτηριστική η επιρροή του από τη μουσική της Νέας Ορλεάνης, της πατρίδας του, αλλά και από την κάντρι.


Λιγότερο αγαθός έδειχνε ο Τσακ Μπέρι. Ο επηρεασμένος από την κάντρι ήχος του όμως ξεγελούσε τους Αμερικάνους και τον περνούσαν (ακούγοντάς τον στο ραδιόφωνο ή από δίσκους) για λευκό, κάτι που έκανε πιο εύκολη την πρόσβασή του στο λευκό νεανικό κοινό.
Η πρώτη του μεγάλη επιτυχία ήταν η Μέιμπιλίν το 1955, διασκευή ενός κάντρι τραγουδιού (Άιντα Ρεντ).


Ένας άλλος εκρηκτικός αστέρας του ροκ εν ρολ της εποχής ήταν ο Λιτλ Ρίτσαρντ. Σίγουρα δεν ήταν εξίσου φρόνιμος στις λάιβ εμφανίσεις του (όσο εμφανίζεται στο βίντεο με τα καθωσπρέπει λευκά κορίτσια πίσω του - από τηλεοπτική εκπομπή της εποχής). Εδώ τραγουδάει το Tutti Frutti του 1956.


Βέβαια όλα αυτά δεν πολυάρεσαν στους γονείς των νεαρών που έβλεπαν τα παιδιά τους [ιδιαίτερα τα κορίτσια τους] να χορεύουν στους ρυθμούς μιας μουσικής με ανοιχτά σεξουαλικές συμπαραδηλώσεις. Οι προσπάθειες να αποκαθαρθεί η ροκ εν ρολ από τα έντονα "απειλητικά" για τη νεολαία σεξουαλικά μηνύματα ήταν πολλές. Προωθήθηκαν αστέρες με πολύ πιο αθώο και λευκό προφίλ, όπως ο Πατ Μπουν.

Όπως είναι γνωστό, η μορφή που κυριάρχησε στο ροκ εν ρολ ήταν ο Έλβις Πρίσλεϊ - ο λευκός με τη μαύρη φωνή και την έντονη σεξουαλικότητα, που δεν την έκρυβε πάντα. Εκεί λοιπόν που φοβούνταν τους μαύρους, η σεξουαλική "απειλή" ήρθε από έναν 19χρονο λευκό. Η πρώτη του επιτυχία ήταν το That's Alright Mama.


Θα ακολουθήσουν πάρα πολλές επιτυχίες. Ενδεικτικά: Blue Suede Shoes, Hound Dog, Don't Be Cruel, Love Me Tender, All Shook Up, Jailhouse Rock.

Όταν στα τέλη του 1955 ο Έλβις φεύγει από την ανεξάρτητη [δηλαδή "μικρή"] Sun Records για την RCA για το εξωφρενικό για νεαρό και μη καθιερωμένο καλλιτέχνη ποσό των $35.000, η εταιρία, που ειδικευόταν σε R&B και κάντρι&γουέστερν δίσκους, επενδύει σε καλλιτέχνες σαν τον Τζόνι Κας για να καλύψει το κενό.

Ο Κας κάνει το 1956 επιτυχία με ένα τραγούδι που συνδυάζει κάντρι με στοιχεία ροκ εν ρολ. Τα λόγια εδώ είναι ίσως πιο σημαντικά από την απλή μουσική, όπως στα περισσότερα τραγούδια του. Διαλέγω μια ζωντανή εκτέλεση του Walk the Line για να φανεί το κλίμα της εποχής και η λατρεία της νεολαίας [δηλ. των κοριτσιών] για τα ινδάλματά της.


Ένας άλλος "τρελαμένος" καλλιτέχνης της Sun, ήταν ο Τζέρι Λι Λούις, που η επιτυχία του Whole Lotta Shaking τον εκτόξευσε στο μουσικό στερέωμα, αλλά προσγειώθηκε απότομα όταν η συντηρητική Αμερική έμαθε για τον γάμο του 22χρονου Τζέρι με τη 13χρονη ξαδέρφη του. Πρόλαβε πάντως να κάνει άλλες δύο μεγάλες επιτυχίες με τα Great Balls of Fire και Breathless.


Ο Τζιν Βίνσεντ ήταν ένας από τους εκφραστές αυτού που ονομάστηκε ροκαμπίλι [από το ροκ και το hillbillly, που σήμαινε χωριάτικο, όλο μαζί σε ελεύθερη μετάφραση, βλαχο-ροκ], δηλαδή ροκ με στοιχεία κάντρι & γουέστερν.


Ένας από τους πιο ταλαντούχους αστέρες της εποχής ήταν ο Μπάντι Χόλι. Μετά την Πέγκι Σου, κάνει μεγάλη επιτυχία με το Oh, Boy! . Εδώ σε ζωντανή εκτέλεση από το σόου του Έντι Σάλιβαν, ένα χρόνο πριν σκοτωθεί - 22 χρονών - σε αεροπορικό δυστύχημα στις 3/2/1959, "τη μέρα που πέθανε η μουσική" - όπως λέει το τραγούδι του Ντον ΜακΛιν "American Pie" [1971]


Σύντομη ιστορία του ροκ - Μέρος πρώτο: Η καταγωγή

Μερικές φορές ακούω συζητήσεις για τη σύγχρονη ροκ μουσική ανάμεσα σε νέα παιδιά και διαπιστώνω έλλειψη στοιχειωδών γνώσεων για τη μουσική που ακούν και τις ρίζες της, λες και το ροκ και η μουσική γενικότερα να γεννήθηκε μόλις χθες. Αυτή η αναδρομή λίγο-πολύ ξεκίνησε σαν παιχνίδι, όταν
παρακολουθώντας μια σειρά διαδικτυακών μαθημάτων στο Coursera ένιωσα την ανάγκη να κρατάω σημειώσεις. Επειδή δεν ήθελα να το κάνω σε τετράδιο ή μόνο σε κείμενο στον υπολογιστή - ήθελα να υπάρχουν και τα τραγούδια - άρχισα να ανεβάζω τις "σημειώσεις" μου στο Facebook για να έχω τη δυνατότητα να αποθηκεύω και τα βιντεοκλίπ που έβρισκα στο YouTube. Αλλά και αυτό όσο πλήθαιναν οι αναρτήσεις έπαψε να είναι εύχρηστο, οπότε σκέφτηκα ότι θα ήταν πιο πρόσφορο να τις κάνω μια σειρά άρθρων εδώ, αν και μέχρι τώρα δεν συνήθιζα να ανεβάζω αναρτήσεις περί μουσικής.

Να ξεκαθαρίσω ότι η συνοπτική αυτή διαδρομή στο ροκ των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα δεν είναι εξαντλητική και είναι ιδωμένη από αμερικάνικη σκοπιά παρ' όλο που ασχολείται και με την ευρύτερη γεωγραφικά διάσταση του συγκεκριμένου μουσικού είδους που κυριάρχησε στις μέρες μας. Όποιος έχει τη διάθεση μπορεί - και ελπίζω να το κάνει - να συνεχίσει το ψάξιμο στο YouTube, όπου υπάρχουν όλα τα ονόματα που θα αναφερθούν.

Το κυρίαρχο ρεύμα
Ας πάρουμε την ιστορία μας με τη σειρά  Τι άκουγε η (λευκή) Αμερική πριν την εμφάνιση του ροκ εν ρολ το 1953-1954; Μπινγκ Κρόσμπι, Άντριους Σίστερς, Φρανκ Σινάτρα, Ντιν Μάρτιν ήταν τα μεγάλα ονόματα από τα τέλη της δεκαετίας του '30 ως τις αρχές του '50. Και κυρίως οι μεγάλες ορχήστρες: Γκλεν Μίλερ, Μπένι Γκούντμαν, κλπ. Είναι η πιο γνωστή σε μας τουλάχιστον από τις τρεις γραμμές καταγωγής του ροκ, γι' αυτό δεν θα επεκταθούμε ιδιαίτερα.

Ακούστε μια μεγάλη επιτυχία του 1950 από μια άγνωστη στην Ελλάδα τραγουδίστρια, την Πέτι Πέιτζ, το πολύ όμορφο - γνωστό και από νεότερες εκτελέσεις - Tennessee Waltz.


Κάντρι & γουέστερν
Στην αναζήτηση των ριζών του ροκ ήχου, μια δεύτερη γραμμή, παράλληλη με την ποπ των μεγάλων ορχηστρών και των crooners τις δεκαετίες πριν την εμφάνιση του ροκ εν ρολ, θα οδηγούσε στα κάντρι ακούσματα των νοτιοανατολικών Πολιτειών των ΗΠΑ. Μουσική των αγροτικών περιοχών με έντονη θρησκευτικότητα δεν έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στους αστικούς πληθυσμούς. [Την αποκαλούσαν υποτιμητικά hillbilly - χωριάτικη - μουσική]

Ένα δείγμα τέτοιας μουσικής είναι το Great Speckled Bird [=μεγάλο πιτσιλωτό πουλί - η Βίβλος(;!)] του Ρόι Έικαφ, με το χαρακτηριστικό ήχο της κιθάρας, που τότε αποκαλούταν χαβανέζικος και έπειτα μετεξελίχτηκε στον ήχο της slide και της steel κιθάρας που χρησιμοποιήθηκε ευρέως στη ροκ.


Πιο δυτικά - Τέξας, Αριζόνα, κλπ - η καουμπόικη παράδοση επιβιώνει σε τραγούδια όπως το Blue Yodel [T for Texas, 1927] του μεγαλύτερου αστέρα της μουσικής Γουέστερν, του Τζίμι Ρότζερς. Προσέξτε το στιλ που πλασάρει η μουσική βιομηχανία: ο καουμπόι ή ο μηχανοδηγός που αφήνει για λίγο τη δουλειά του και πιάνει την κιθάρα! Να αναφέρουμε πως το τραγούδι έγινε διασκευή και από τους Lynyrd Skynyrd το 1976, για να φανεί πιο εύγλωττα η σχέση που είχε το μετέπειτα ροκ με τις συγκεκριμένες ρίζες.


Η μεγαλύτερη μορφή της κάντρι & γουέστερν ήταν αδιαμφισβήτητα ο Χανκ Γουίλιαμς. Με τεράστια επίδραση σε μετέπειτα μουσικούς, ο Χανκ Γουίλιαμς εξέφραζε τη μεταπολεμική άνθιση του συγκεκριμένους είδους, κυρίως μέσω του ραδιοφώνου, και τη συγκέντρωση της αντίστοιχης μουσικής βιομηχανίας στο Νάσβιλ του Τενεσί. Η βραχύβια καριέρα του και ο πρώιμος θάνατός του την Πρωτοχρονιά του 1953 σε ηλικία 29 χρονών βοήθησαν να γίνει ένας από τους θρύλους της αμερικάνικης μουσικής,


Η μαύρη μουσική
Αν η λευκή Αμερική - σχηματικά - ακούει την κυρίαρχη ποπ της εποχής στις πόλεις και την κάντρι & γουέστερν στην ύπαιθρο, οι καταπιεσμένοι μαύροι πληθυσμοί έχουν τη δική τους μουσική, που αρχίζει σιγά-σιγά να παίρνει τον δρόμο για τα στούντιο ηχογράφησης, αφού δημιουργείται ένα κοινό που έχει τα χρήματα για να αγοράσει δίσκους. Ενώ η τζαζ ακολουθεί μια παράλληλη και διαφορετική πορεία, αυτό που η μουσική βιομηχανία ονόμασε Rhythm & Blues θα παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του ροκ στα μέσα της δεκαετίας του '50.

Χαρακτηριστικό δείγμα ο Ρόμπερτ Τζόνσον με το Σταυροδρόμι του [όπου ο θρύλος λέει ότι πούλησε την ψυχή του στον διάβολο για να του χαρίσει την τέχνη της κιθάρας] από το 1936. Ο Έρικ Κλάπτον και οι Cream διασκεύασαν το τραγούδι to 1966.


Και για να μην υπάρχουν πολλές αμφιβολίες για την καταγωγή του ροκ εν ρολ, ας ακούσουμε την Caldonia  του Λούις Τζόρνταν από το 1946.


Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Ίντα [Ida - Πάβελ Παβλικόφσκι, 2013]

Ο πολωνικής καταγωγής σκηνοθέτης Πάβελ Παβλικόφσκι [Pawel Pawlikowski] - ζει στην Αγγλία από τα 14 του - έγινε κυρίως γνωστός με το Τελευταίο καταφύγιο [Last Resort, 2000]. Γεννημένος το 1957, έχει σπουδάσει λογοτεχνία, φιλοσοφία και, φυσικά, κινηματογράφο. Αρχικά ασχολήθηκε με το ντοκιμαντέρ για να περάσει στις μυθοπλαστικές ταινίες το 1998. Τώρα επιστρέφει στην πατρίδα του για να γυρίσει την Ίντα [Ida, 2013].

Μια νεαρή δόκιμη καθολική μοναχή, η Άννα, πρόκειται να ορκιστεί. Η ηγουμένη της την καλεί για να της πει πως πριν αφιερωθεί στη μοναστική ζωή, θα πρέπει να συναντηθεί με την οικογένειά της - δηλαδή, τη μόνη συγγενή που της έχει απομείνει, τη θεία της Βάντα, την οποία η Άννα δεν έχει γνωρίσει ποτέ. Η θεία Βάντα, αμφιλεγόμενη αλλά γοητευτική προσωπικότητα, είναι πρώην δικαστής της σταλινικής περιόδου και μοιάζει να αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα, μεταξύ των οποίων αυτό του αλκοολισμού. Όταν η Άννα μαθαίνει από τη θεία της ότι το πραγματικό της όνομα είναι Ίντα και είναι εβραϊκής καταγωγής, ο κόσμος της δείχνει να κλονίζεται. Μαζί θα προσπαθήσουν να ανακαλύψουν τι κρύβει η οικογενειακή τους ιστορία.



Τα υπέροχα καδραρίσματα, η ποιητική και μελαγχολική ασπρόμαυρη φωτογραφία, η εκφραστικότητα των προσώπων, η γυμνή ομορφιά του πολωνικού υπαίθριου και αστικού τοπίου, που μοιάζει μερικές φορές σαν να σπρώχνει τα πρόσωπα στις άκρες του κάδρου, καθιστούν την ταινία μια εξαιρετική εικαστική εμπειρία. Παρά τον κάποιο εξωραϊσμό του πολωνικού καθολικισμού, η Ίντα είναι ένα συγκλονιστικό οδοιπορικό στην Πολωνία του '60, αλλά και μια υπαρξιακή αναζήτηση της ομώνυμης ηρωίδας, που διχάζεται ανάμεσα στην καθολική της πίστη και σε όλα όσα συμβολίζει η θεία Βάντα - Εβραία, κομουνίστρια, κυνική, αλκοολική, φιλήδονη. Δεν θα αναζητήσουν μόνο τις απαντήσεις στα μυστικά του παρελθόντος, αλλά και θα αφήσουν η κάθε μια ανεξίτηλο ίχνος πάνω στη ζωή της άλλης. Οι συμβολισμοί σε σχέση με την Πολωνία - παρελθόν, παρόν και μέλλον - είναι εύγλωττοι και προσφέρονται για ποικίλες αναγνώσεις.


Δείτε το τρέιλερ της Ida με αγγλικούς υπότιτλους από το YouTube


Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Κι αν σου κάτσει; [Whatever Works - Γούντι Άλεν, 2009]

Το Κι αν σου κάτσει; του Γούντι Άλεν ξεκινάει με ένα τραγουδάκι του Γκράουτσο Μαρξ να παίζει την ώρα που στην οθόνη βλέπουμε τους τίτλους της αρχής. Φυσικά, δεν είναι καθόλου τυχαία η επιλογή. Πέρα από το ό,τι τα λόγια του τραγουδιού συνοψίζουν την αίσθηση προσωρινότητας της ζωής που θέλει να μας μεταδώσει ο μεγάλος Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης [“Hello, I must be going”], αποτελεί ταυτόχρονα και έναν φόρο τιμής στον κωμικό που τον επηρέασε ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Άλλωστε, το είχε κάποτε ο ίδιος δηλώσει ότι ο Γκράουτσο ήταν στην κορυφή της λίστας με τους λόγους για τους οποίους συνέχιζε να ζει.

Σήμερα, που ο Άλεν πλησιάζει πια τα 80, είναι καιρός να αποτιμηθούν όλα αυτά που έφερε στον σύγχρονο κινηματογράφο. Όταν πρωτοεμφανίστηκε, στη δεκαετία του 1960, στο σινεμά επικρατούσε η φαρσοκωμωδία με έμφαση στην κίνηση – αποκορύφωμα το καταπληκτικό Πάρτι του Μπλέικ Έντουαρντς με τον Πίτερ Σέλερς [1968]. Ο γυαλάκιας από το Μπρονξ έδωσε στην κωμωδία υπαρξιακό βάθος, σοφιστικέ διαλόγους με ανυπέρβλητο λεκτικό χιούμορ και φοβερές ατάκες, και έναν μοναδικό νευρωτικό σπασίκλα ήρωα που του επέτρεπε να επιδίδεται σε έναν αμείλικτο αυτοσαρκασμό.



Ακόμη κι όταν αργότερα σταμάτησε να ασχολείται αποκλειστικά με την κωμωδία κι άρχισε να καταπιάνεται με άλλα είδη [δείχνοντας την επίδραση πάνω του Ευρωπαίων κινηματογραφιστών όπως ο Μπέργκμαν και ο Φελίνι], οι ταινίες του ποτέ δεν έπαψαν να διαθέτουν το γνωστό εκλεπτυσμένο χιούμορ. Άλλωστε, όλες – όσο διαφορετικές κι αν είναι – κατά βάθος με τα ίδια θέματα καταπιάνονται: έρωτας, θάνατος, το νόημα της ζωής – ή η ανυπαρξία του. Είναι προφανής η επίδραση του Υπαρξισμού στο έργο του και η αίσθηση του παραλόγου, συνδυασμένη με το παράδοξο που φέρνει η εβραϊκή παράδοση. [ Όπως λέει κάπου: «Έγραψα ένα τεστ στον Υπαρξισμό – άφησα όλα τα ερωτήματα αναπάντητα και πήρα άριστα.»]


Το χιούμορ του στηρίζεται σε δύο, κυρίως, άξονες:

  •             Στο ανακάτεμα σπουδαίων ζητημάτων με πεζά, καθημερινά πράγματα. Πχ, «Όχι μόνο δεν υπάρχει Θεός, αλλά κυριακάτικα στη Νέα Υόρκη ούτε υδραυλικό δεν βρίσκεις.»
  •             Στην αντιστροφή γνωστών κλισέ. Πχ, «Κάποτε ο παππούς μου μού χάρισε μια σφαίρα. Τη φύλαξα στο σακάκι μου, στην τσέπη της καρδιάς. Όταν σε έναν καβγά, μου πέταξαν μια Βίβλο, η σφαίρα μού έσωσε τη ζωή.»


Όλα τα παραπάνω τα συναντάμε κατά κόρο στο Κι αν σου κάτσει;. Μπορεί να γυρίστηκε το 2009, αλλά η πρώτη σεναριακή μορφή του ανάγεται στη δεκαετία του 1970. Είναι λοιπόν ένας Γούντι Άλεν απ’ τα παλιά. Η πιο σημαντική διαφορά είναι πως τον νευρωτικό ήρωα παίζει ο άγνωστος στην Ελλάδα ηθοποιός Λάρι Ντέιβιντ. Ο Μπόρις Γέλνικοφ είναι ένας 60άρης Νεοϋορκέζος, πρώην καθηγητής πανεπιστημίου, παρ’ ολίγον υποψήφιος νομπελίστας φυσικός, και νυν καθόλου υπομονετικός δάσκαλος σκακιού, που γεμάτος θεωρίες και ιδιοτροπίες προσπαθεί να ζήσει παρά τη βαθιά του πεποίθηση για το παράλογο του κόσμου ετούτου. Ο κυνικός Μπόρις θα δει την τακτοποιημένη του αλλά άχαρη ζωή να ανακατεύεται όταν περιμαζεύει από οίκτο την 20χρονη Μέλοντι [Έβαν Ρέιτσελ Γουντ] που έφυγε από το σπίτι της στον Νότο για να βρει την τύχη της στην αμερικανική μεγαλούπολη. Η απλοϊκή νεαρή δεν μπορεί αρχικά να παρακολουθήσει το χιούμορ και τον εξεζητημένο τρόπο σκέψης του πρωτευουσιάνου διανοούμενου. Σιγά-σιγά όμως επηρεάζεται από αυτόν – ξεκαρδιστικός ο τρόπος που προσπαθεί να μιλήσει σαν αυτόν χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνει τι λέει – και βέβαια αρχίζει κι εκείνη να επιδρά πάνω του. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν στην υπόθεση προστίθενται και άλλα πρόσωπα δημιουργώντας απίθανα κωμικές καταστάσεις.


Ίσως η ελληνική μετάφραση του Whatever Works να θολώνει κάπως αυτό που έχει κατά νου ο σκηνοθέτης και μαρτυρά εύγλωττα ο τίτλος: πάρε τη ζωή σου όπως έρθει, χωρίς προκατασκευασμένες αντιλήψεις, διάλεξε αυτό που σε βοηθάει να ζήσεις κι όχι αυτό που «πρέπει». Ωστόσο, η ταινία δεν χρήζει κάποιας ερμηνευτικής διαμεσολάβησης. Όλα είναι κρυστάλλινα και απολαυστικά, με τον παλιό καλό τρόπο του Γούντι Άλεν, με τις χαλαρά στημένες σκηνές, τα μεσαία καδραρίσματα, την ευκίνητη κάμερα, με τον πρωταγωνιστή συχνά να απευθύνεται στο κοινό σαν να επιδιώκει την υποστήριξή του. Όλα δίνουν μια αμεσότητα, μια ελαφρότητα, μια προσωρινότητα. Σαν να σου λέει: Αυτό που βλέπεις είναι περαστικό, φευγαλέο. Δεν έχουν σημασία οι απαντήσεις. Σημασία έχει να αναρωτιέσαι, να σκέφτεσαι, να ζεις.

[Τρέιλερ του Whatever Works από το YouTube]




Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Λοξή γωνία λήψης [Dutch angle]

Λοξή γωνία λήψης ή λοξό καδράρισμα [Dutch angle, Dutch tilt, canted angle, oblique angle, German angle]

Πρωτοχρησιμοποιήθηκε πιθανότατα το 1919, στη γερμανική ταινία «Το εργαστήριο του Δρ. Καλιγκάρι» του Ρόμπερτ Βίνε, για να δοθεί έμφαση στις σκηνές τρέλας και στην κοινωνική καταστροφή που βίωνε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
Ο Ντζίγκα Βερτόφ τις χρησιμοποιεί κατά κόρο στον «Άνθρωπο με την κινηματογραφική μηχανή» (1929) μαζί με άλλες πρωτοποριακές τεχνικές.
Η λοξή γωνία χρησιμοποιείται από τον Γερμανικό Εξπρεσιονισμό για να τονίσει την τρέλα, την ανησυχία, τον εξωτισμό και την απώλεια προσανατολισμού. [Μάλλον ο όρος "Dutch" (=ολλανδική) αποτελεί παρανόηση λόγω του ομόηχου Deutsch (=γερμανική)]. 
Ο Όρσον Γουέλς χρησιμοποίησε πολλά λοξά κάδρα στον «Πολίτη Κέιν», αλλά το κινηματογραφικό έργο που θεωρείται σταθμός στη χρήση τους είναι «Ο τρίτος άνθρωπος» (Κάρολ Ριντ, 1949). [Υπάρχει και το ανέκδοτο ότι μετά το τέλος της ταινίας το συνεργείο έκανε δώρο στον Ριντ ένα αλφάδι.]


Αργότερα οι λοξές γωνίες χρησιμοποιήθηκαν πολύ στο φιλμ νουάρ και σε ταινίες τρόμου. Στους σκηνοθέτες που τις αγαπούν ανήκει ο Χίτσκοκ [πχ, στο «Χέρι που σκοτώνει» – Shadow of a Doubt, 1943] αλλά και νεότεροι όπως ο Τέρι Γκίλιαμ και ο Τιμ Μπέρτον.




Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Το μπάσκετ στον κινηματογράφο

Οι Αμερικανοί θεωρούν το μπάσκετ "δικό τους" παιχνίδι και είναι λογικό η κινηματογραφική τους βιομηχανία να ασχολείται κατά κόρον με αυτό. [Όσο κι αν έψαξα, ευρωπαϊκή ταινία για το μπάσκετ δεν βρήκα.] Τα αγαπημένα θέματα των Αμερικανών είναι το κολεγιακό μπάσκετ, τα φυλετικά προβλήματα στον χώρο του μπάσκετ, το άθλημα ως διέξοδος από τη μιζέρια και τα ναρκωτικά, ο προπονητής και οι προσπάθειές του να πειθαρχήσει ένα ανομοιογενές σύνολο.

Εμείς οι Έλληνες αγαπήσαμε το μπάσκετ με τον Νίκο Γκάλη και τους υπόλοιπους μεγάλους του θριάμβου του Ευρωπαϊκού του 1987. Το άθλημα έβγαλε ρίζες βαθιές στη χώρα μας και ήρθαν και οι υπόλοιπες μεγάλες επιτυχίες. Αυτό όμως που καμαρώνω περισσότερο είναι όλα εκείνα τα παιδιά που βγάζουν το ερασιτεχνικό τους ταλέντο και πάθος κάτω από τις μπασκέτες από τις οποίες είναι γεμάτη πια η Ελλάδα. Εκεί γεννήθηκε και η δική μου ιδέα γι' αυτό το σύντομο αφιέρωμα.


Όλες οι ταινίες κυκλοφορούν είτε σε βιντεοκλάμπ είτε στο διαδίκτυο - και με ελληνικούς υπότιτλους, αν και όχι πάντα κατανοητούς. Αν είναι να τις δείτε με τα παιδιά σας, ελέγξτε εάν είναι κατάλληλες - κάποιες έχουν αρκετά σκληρές σκηνές. Για πληροφορίες σχετικά με το πώς κατεβάζουμε ταινίες από το διαδίκτυο δείτε το αντίστοιχο άρθρο μας.


Ο δρόμος προς τη δόξα [Glory Road - Τζέιμς Γκάρτνερ, 2006]


Ο πρώην προπονητής γυναικείας ομάδας μπάσκετ (λευκός) Ντον Χάσκινς (Τζος Λούκας) αναλαμβάνει μια κολεγιακή ομάδα στο Ελ Πάσο του Τέξας. Όταν στην ομάδα οι μαύροι πλειοψηφούν, αρχίζουν οι πρώτες ρατσιστικές αντιδράσεις. Ο Χάσκινς απαντά κατεβάζοντας μια ομάδα που αποτελείται μόνο από μαύρους. Η ταινία αναπαριστά πραγματικά περιστατικά και, όπως είναι φυσικό, προκάλεσε έντονες συζητήσεις και διαμάχες.

Οι αχτύπητοι [Blue Chips - Γουίλιαμ Φρίντκιν, 1994]


Ο Πιτ Μπελ (Νικ Νόλτε) προπονεί μια κολεγιακή ομάδα που πάει από το κακό στο χειρότερο. Μπαίνει στο δίλημμα αν θα πρέπει να χρησιμοποιήσει "δώρα" για να προσελκύσει στην ομάδα αξιόλογους παίκτες - κάτι που δεν επιτρέπεται. Στην ταινία πρωταγωνιστεί ο Σακίλ Ο'Νιλ ενώ συμμετέχουν σε μικρότερους ρόλους πολλοί γνωστοί αστέρες του ΝΒΑ.

Οι λευκοί δεν μπορούν να πηδήξουν [White Men Can't Jump - Ρον Σέλτον, 1992]


Ο μαύρος Σίντνεϊ (Γουέσλι Σνάιπς) και ο λευκός Μπίλι (Γούντι Χάρελσον) έρχονται αντιμέτωποι σε έναν αγώνα μπάσκετ σε μια γειτονιά του Λος Άντζελες. Ο Μπίλι αποδεικνύεται πολύ καλύτερος από όσο θα περίμενε κανείς από έναν λευκό. Ωστόσο, τα πράγματα περιπλέκονται, όταν γίνεται γνωστό ότι ποντάρει στην υποτίμησή του εκ μέρους των μαύρων για να κερδίζει στοιχήματα και ο Σίντνεϊ τού προτείνει να συνεργαστούν.

Πάθος για το μπάσκετ [Hoosiers - David Anspaugh, 1986]


Ο Νόρμαν Ντέιλ (Τζιν Χάκμαν) έρχεται σε μια μικρή πόλη της Ιντιάνα για να προπονήσει την ομάδα του γυμνασίου της. Από την πρώτη στιγμή θα έρθει σε σύγκρουση με τους κατοίκους, που υπεραγαπούν την ομάδα και θέλουν να έχουν λόγο στις προπονητικές επιλογές. Ο Ντέιλ δεν ανέχεται τις έξωθεν επεμβάσεις και ακολουθεί το δικό του αυστηρό πρόγραμμα για να "δέσει" την ομάδα. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η ομάδα κόντρα σε τόσες αντιξοότητες; Το Πάθος για το μπάσκετ ξεπερνά τα όρια μιας απλής μπασκετικής ταινίας, κυρίως λόγω της δυναμικής που της δίνουν οι συγκρούσεις των χαρακτήρων. Συμπρωταγωνιστούν η Μπάρμπαρα Χέρσεϊ και ο Ντένις Χόπερ [κέρδισε Όσκαρ β' ανδρικού ρόλου].

Παιχνίδι έρωτα και μπάσκετ [Love and Basketball - Gina Prince-Bythewood, 2000]


Χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, όπως οι αγώνες μπάσκετ, το φιλμ μιλάει για την αγάπη για το μπάσκετ δύο νεαρών μαύρων, της Μόνικας (Σάνα Λέιθαν) και του Κουίνσι (Ομάρ Επς), αλλά και τον δύσκολο έρωτα που αναπτύσσεται ανάμεσα στα δύο γειτονόπουλα ήδη από τα 11 τους χρόνια. Το μπάσκετ θα τους ενώνει αλλά και θα τους χωρίζει σε όλη τη διαδρομή τους μέσα από το πανεπιστήμιο και στα μετέπειτα χρόνια. Πόσο θα αντέξουν οι δυο τους έρωτες;

Above the Rim [Τζεφ Πόλακ, 1994]


Ο Κάιλ (Ντουέιν Μάρτιν) είναι ένας πολλά υποσχόμενος νεαρός μπασκετμπολίστας στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης που διεκδικεί μια αθλητική υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Τζόρτζταουν της Ουάσιγκτον. Θα διχαστεί ανάμεσα στη συμπάθειά του προς τον παιδικό φίλο και νυν έμπορο ναρκωτικών Μπέρντι (Τουπάκ Σακούρ) και τον Σεπ (Λίον Ρόμπινσον), πρώην παίκτη που αναλαμβάνει να προπονήσει την τοπική ομάδα στην οποία παίζει ο Κάιλ. Πού θα οδηγηθεί η σύγκρουση αυτών των δύο, που έχουν περισσότερα κοινά από ό,τι αρχικά φαίνεται;

Coach Carter [Τόμας Κάρτερ, 2005]


Ο επιτυχημένος ιδιοκτήτης καταστήματος αθλητικών ειδών Κεν Κάρτερ (Σάμιουελ Λ. Τζάκσον) αναλαμβάνει τη γυμνασιακή ομάδα του Ρίτσμοντ της Καλιφόρνιας, στην οποία έπαιζε κάποτε και ο ίδιος. Ο Κάρτερ έρχεται αντιμέτωπος με μια εντελώς απειθάρχητη ομάδα. Ζητάει από τους παίκτες του να υπογράψουν συμβόλαιο τιμής σε σχέση με τη συμπεριφορά τους. Η ομάδα αρχίζει να έχει αγωνιστικές επιτυχίες. Ωστόσο, όταν ο Κάρτερ μαθαίνει ότι παραμελούν τα μαθήματά τους, αποφασίζει να πάρει πιο δραστικά μέτρα.

Man to Man [He Got Game - Spike Lee, 1998]


Η σύγκρουση γιου και πατέρα είναι το κεντρικό θέμα της ταινίας του πολύ γνωστού μαύρου σκηνοθέτη Σπάικ Λι. Ο Τζέικ (Ντένζελ Ουάσιγκτον) είναι στη φυλακή επειδή σκότωσε κατά λάθος τη γυναίκα του όταν ο γιος του, ο Τζίσους, ήταν 12 χρονών. Τώρα, ο Τζίσους (Ρέι Άλεν, γνωστός αστέρας του ΝΒΑ) έχει γίνει ένας από τους πιο περιζήτητους νεαρούς παίκτες για τις επιλογές των αμερικανικών πανεπιστημίων. Ο διευθυντής της φυλακής προτείνει στον Τζέικ να μειώσει δραστικά την ποινή του αν καταφέρει να επηρεάσει τον Τζίσους στην επιλογή πανεπιστημιακής ομάδας. Εκείνος δέχεται, όμως οι σχέσεις πατέρα-γιου κάθε άλλο παρά καλές είναι.
[Δείτε εδώ ολόκληρη την ταινία στο YouTube, χωρίς υπότιτλους]