Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Τζάνγκο: Ο Τιμωρός [Django Unchained - Κουέντιν Ταραντίνο, 2012]

Δεν θα έλεγα ότι το κλίμα που έβλεπα να διαμορφώνεται απέναντι στην τελευταία ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο με ενέπνεε να την παρακολουθήσω. Δεξιά κι αριστερά άκουγα για αδικαιολόγητη επίδειξη βίας και για επανάληψη των εμμονών του σκηνοθέτη [ποιος σκηνοθέτης άραγε δεν έχει εμμονές;]. Με κρύα καρδιά ξεκίνησα να το βλέπω, αλλά ο Τζάνγκο: Ο Τιμωρός [αδυνατώ να καταλάβω γιατί οι διανομείς δεν μετέφεραν το όνομα στα ελληνικά] με καθήλωσε από τις πρώτες σκηνές. Έχοντας δει πριν από χρόνια τον Τζάνγκο [1966] του Σέρτζιο Κορμπούτσι, φοβόμουν πως ο Τιμωρός θα ήταν κάποια μορφή sequel. Καμιά σχέση. Πέρα από κάποιες γενικές ιδέες, αναφορές, τραγούδια [καταπληκτικές οι μουσικές επιλογές] και την παρουσία του τότε πρωταγωνιστή, του Φράνκο Νέρο, σε έναν μικρό ρόλο, το σενάριο είναι εντελώς πρωτότυπο. Αυτό που παρακολουθούμε εδώ είναι ένα συγκλονιστικό ξανακοίταγμα στο ιστορικό παρελθόν των Ηνωμένων Πολιτειών και στη Δουλεία. Και όσο κι αν αυτό ενόχλησε πολλούς - "λευκούς" και "μαύρους" [οι όροι δεν είναι πια "πολιτικά ορθοί"], για διαφορετικούς λόγους - κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο Ταραντίνο το κάνει με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο.


Δύο χρόνια πριν την έναρξη του Αμερικανικού Εμφύλιου Πολέμου, ο Δόκτωρ Κινγκ Σουλτς [Κρίστοφ Βαλτς], Γερμανός μετανάστης, πρώην οδοντίατρος και νυν κυνηγός επικηρυγμένων, ελευθερώνει τον σκλάβο Τζάνγκο [Τζέιμι Φοξ] για να τον βοηθήσει να αναγνωρίσει κάποιους καταζητούμενους. Οι δυο τους θα σχηματίσουν ένα ιδιότυπο ζευγάρι ανθρώπων του νόμου που θα καταφέρει να εξοντώσει επικερδώς όσους παράνομους βρεθούν στον δρόμο τους. Όμως, ο πλουτισμός δεν είναι αυτό που επιδιώκει ο Τζάνγκο. Ο σκοπός του είναι να βρει τη γυναίκα του, την Μπρουμχίλντα [Κέρι Γουάσινγκτον], που για τιμωρία πουλήθηκε χωριστά από αυτόν. Ο Σουλτς υπόσχεται να τον βοηθήσει. Η αναζήτησή τους θα τους οδηγήσει στην Κάντιλαντ και στον ιδιοκτήτη της Κάλβιν Κάντι [Λεονάρντο Ντι Κάπριο]. Ο ιδιόρρυθμος Νότιος "ευγενής" (και "φρενολόγος", όπως ισχυρίζεται) Κάντι βάζει σκλάβους να παλεύουν μεταξύ τους μέχρι θανάτου. Έχει μια προσωπική ημιπαρανοϊκή αίσθηση περί τιμής και δικαιοσύνης, ψευτοαριστοκρατικούς τρόπους, φρικτό γούστο, μια χήρα αδερφή - κάπως μπαγιάτικη εκδοχή της Νότιας αριστοκράτισσας καλλονής - και έναν πιστό γέρο σκλάβο - σχεδόν πατέρα, σύμβουλο και άγρυπνο Κέρβερο, φρουρό των συμφερόντων του - τον Στίβεν [Σάμιουελ Λ. Τζάκσον]. Σουλτς και Τζάνγκο καταστρώνουν ένα επικίνδυνο σχέδιο για να πάρουν την Μπρουμχίλντα. Θα μπορέσουν όμως να ξεφύγουν από την Κόλαση της Κάντιλαντ;


Ο Ταραντίνο αφηγείται την ιστορία του με καταπληκτικό τρόπο. Με οικονομία όπου χρειάζεται, με παρεκβάσεις που φωτίζουν τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών του και με ένα εντυπωσιακά ελεύθερο μοντάζ που παρακολουθεί τις σκέψεις και τις αναμνήσεις του Τζάνγκο. Το στοιχείο που κυρίως αναδεικνύεται στον Τζάνγκο είναι η δύναμη της λογικής και των επιχειρημάτων. Ο φορέας της ευρωπαϊκής κουλτούρας, Σουλτς, οπλισμένος με τον λόγο του, μπορεί να μπει σε οποιοδήποτε άντρο σαδιστών εγκληματιών και να βγει αλώβητος χάρη στην ευφράδειά του. Τα όπλα είναι η τελευταία του καταφυγή. Ο απελεύθερος (freeman) Τζάνγκο θα μάθει από τον Γερμανό τη χρήση όχι μόνο των όπλων αλλά και της γλώσσας.


Ο Τζάνγκο έχει ως βασικό κίνητρό του την αγάπη του για τη γυναίκα του. Το χρήμα (και οι νόμιμοι φόνοι που διαπράττει) είναι για αυτόν το μέσο για να φθάσει στον σκοπό του: στην ανάκτηση της αγαπημένης του. Αναρωτιέται κανείς όμως ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Σουλτς αποφασίζει να τον βοηθήσει. Αρκεί ως εξήγηση το γεγονός πως η Μπρουμχίλντα έχει γερμανικό όνομα και μιλάει γερμανικά (η ιδιοκτήτριά της ήταν Γερμανίδα) για να συγκινηθεί ο κυνηγός κεφαλών; Μήπως ήταν ο παραλληλισμός της ιστορίας των δύο σκλάβων με τον έρωτα της Μπρουμχίλντα και του Ζίγκφριντ στην γερμανική μυθολογία (όταν την αφηγείται στον Τζάνγκο, εκείνος κρέμεται απ' τα χείλη του); Όπως και να 'χει, το γεγονός είναι ότι οι δυο ήρωες αλληλοσυμπληρώνονται και εμπλουτίζουν ο ένας τον άλλον. Από την άλλη, έχουμε το δίδυμο Κάντι-Στίβεν που επίσης συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον, αλλά ως δυνάστες. Είναι λοιπόν πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η (ιδεολογική, θα έλεγα) μετατόπιση, από την κοινωνική θέση στην οποία ανήκουν, των δύο: του Σουλτς και του Στίβεν.


Πολλοί ενοχλήθηκαν από την υπερβολική χρήση του μειωτικού όρου nigger στην ταινία αλλά και για το ότι η ταινία ηρωοποιεί (βλέπουμε τη λατρεία στα μάτια των σκλάβων, προς το τέλος) τον επαναστατημένο Τζάνγκο ενώ αφήνει τους υπόλοιπους καταπιεσμένους στην άγνοια και στη μιζέρια τους. Ναι, μα ο Ταραντίνο δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να μας μεταφέρει μια ιστορική πραγματικότητα [έτσι αποκαλούνταν οι μαύροι που, άλλωστε, δεν εξεγέρθηκαν ποτέ σε οργανωμένη μαζική κλίμακα]. Και το κάνει με πολύ καυστικό τρόπο: θυμηθείτε το όταν θα βλέπετε την "επέλαση" των Regulators, προκατόχων της Κου-Κλουξ-Κλαν, και τη γελοία συζήτησή τους για τις κουκούλες [εδώ υπάρχει αναφορά και στην ταινία του Κορμπούτσι, όπου οι άνδρες του Ταγματάρχη Τζάκσον φορούσαν κόκκινες κουκούλες]. Όσο για την υπερβολή στους σκοτωμούς, νομίζω ότι αποτελεί απλή στιλιστική επιλογή που θα ήταν αφέλεια να ερμηνευτεί ως αποδοχή της βίας. Άλλωστε, η κάμερα δεν προσηλώνεται ιδιαίτερα σε τίποτα που να προκαλεί σοκ στον θεατή.


Αναπάντεχα - για μένα - ο Ταραντίνο με τον Τζάνγκο: Ο Τιμωρός μάς δίνει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της χρονιάς που πέρασε, σε ευθεία αντιπαράθεση με όλες εκείνες τις "πατριωτικές" παραγωγές που κυριάρχησαν στις αίθουσες και στα Όσκαρ. Πιστεύω πως αν τη δει κανείς χωρίς να είναι προκατειλημμένος, θα απολαύσει μια μεστή ταινία αντάξια του ονόματος του σκηνοθέτη.


[Δείτε τρέιλερ του Τζάνγκο: Ο Τιμωρός με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]





4 σχόλια:

  1. Με κέντρισε το σχόλιο ότι οι σκοτωμοί είναι απλή στιλιστική επιλογή… Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της καρικατούρας στηρίζεται σε αυτή τη στιλιστική επιλογή του μεγάλου (;) σκηνοθέτη Ταραντίνο, ο οποίος παριστάνει και τον κριτή σε διάφορα φεστιβάλ κινηματογράφου. Η δε κάθαρση στο τέλος της ταινίας έχει και το στοιχείο της γελοιότητας… Τυχαίο είναι άραγε που γνωστή επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των παιχνιδιών και “φημίζεται” για την κάκιστη αισθητική της, εμπνεύστηκε από τη θεματική του “μεγάλου” σκηνοθέτη;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αν διαβάσετε πιο προσεκτικά αυτό που γράφω, θα δείτε ότι λέω πως η υπερβολή - και όχι οι σκοτωμοί καθεαυτοί - είναι στιλιστική επιλογή. Δεν διεκδικώ το αλάθητο, αλλά δεν νομίζω πως ένας σκηνοθέτης ευθύνεται για την εμπορική εκμετάλλευση ή τη διαστρέβλωση των απόψεων και της αισθητικής του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Παρέλειψα να αναφέρω τη λέξη υπερβολή... Η έμφαση, λοιπόν, στη βία αποτελεί στιλιστική επιλογή του σκηνοθέτη, άραγε για να περάσει κάποιο βαθυστόχαστο νόημα ή μήπως για να διασκεδάσει, να παρωδήσει τη θεματική των ταινιών γουέστερν; Δυστυχώς τέτοιες ταινίες δε με συγκινούν αισθητικά - όχι ότι βέβαια θα έπρεπε υποχρεωτικά να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Απλώς θεωρώ ότι απευθύνονται στην προεφηβική ηλικία, διότι υπάρχουν και έφηβοι που σκέφτονται... Και φυσικά ουδείς σκηνοθέτης ευθύνεται για την εκμετάλλευση του καλλιτεχνικού του πονήματος από επιτήδεια άτομα, απλώς κατά την ταπεινή μου γνώμη η παρωδία της βίας δεν αποτελεί αξιόλογο καλλιτεχνικό δημιούργημα, με τη μορφή τουλάχιστον που την αποτυπώνει ο Ταραντίνο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ναι, αλλά αν δεν αναφερθεί, υπονοείται ίσως ότι "συγχωρώ" την άκρατη βία θεωρώντας τη μια "απλή στιλιστική επιλογή". Αν είναι πρωτότυπη ή όχι η παρωδία της βίας, δεν θα διαφωνήσω. Αν και η μη πρωτοτυπία σε αυτό δεν θα με έκανε να απορρίψω την ταινία Όσο για βαθυστόχαστα νοήματα, προσωπικά - όπως επισήμανα και στο κείμενό μου - νομίζω ότι αλλού έγκειται η σπουδαιότητα της ταινίας: ότι φέρνει στο προσκήνιο την Τέχνη του Λόγου ως σημαντικό στοιχείο, Και κατά την ταπεινή μου γνώμη, αυτό δεν το βλέπει κανείς συχνά στον κινηματογράφο. Αυτό ήταν που με τράβηξε στη συγκεκριμένη ταινία, παρόλο που δεν είμαι φαν του Ταραντίνο.
    Πάντως χαίρομαι που μου δίνετε την ευκαιρία να συζητήσουμε, έστω και διαφωνώντας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή