Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Ρεβέκκα [Άλφρεντ Χίτσκοκ, 1940]

Η Ρεβέκκα είναι ένα σημαδιακό έργο για τον Χίτσκοκ. Είναι η πρώτη ταινία που γυρίζει στο Χόλιγουντ, όπου έχει προσκληθεί από τον παραγωγό τού Όσα παίρνει ο άνεμος, Ντέιβιντ Σέλτζνικ. Παρόλο που διαδραματίζεται κυρίως στην Αγγλία, η Ρεβέκκα είναι από αρκετές απόψεις μια αμερικάνικη ταινία. Ο ίδιος ο Χίτσκοκ δεν τη θεωρεί χαρακτηριστική του έργου του. Πιθανότατα, επειδή πολλά πράγματα στο γύρισμά της του επιβλήθηκαν από τον Σέλτζνικ, κάτι στο οποίο ο Βρετανός σκηνοθέτης δεν ήταν συνηθισμένος. Ο Αμερικανός παραγωγός διάλεξε το μυθιστόρημα της Δάφνης ντι Μοριέ, ενώ αρχικά είχε καλέσει τον Χίτσκοκ για να γυρίσει μια ταινία για τον Τιτανικό. Επέμενε μάλιστα να μείνει η ταινία πιστή στο μυθιστόρημα γιατί πίστευε πως οι αλλαγές θα ξένιζαν τους αναγνώστες του βιβλίου που θα πήγαιναν να δουν την ταινία. Ο Χίτσκοκ έδωσε μάχη για να μην περάσουν κάποιες προτάσεις της παραγωγής, αλλά είναι προφανές ότι κατέφυγε σε τακτική υποχώρηση σε κάποια άλλα σημεία. Το σενάριο γράφτηκε με τρόπο που να θυμίζει τις μεγάλες επικές παραγωγές του Χόλιγουντ και παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι συντελεστές ήταν Βρετανοί, η κινηματογράφηση του Μάντερλεϊ – ιδίως τα εξωτερικά πλάνα, που γυρίστηκαν με μινιατούρες - μοιάζει να αφορά έναν παραμυθένιο τόπο που δεν υπάρχει πουθενά. Η ταινία κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Ωστόσο, ο Χίτσκοκ με αρκετή δόση πικρίας έλεγε ότι το βραβείο το πήρε ο Σέλτζνικ κι όχι αυτός.


Η ιστορία ξεκινά με τη φράση «Χθες βράδυ ονειρεύτηκα πως γύριζα στο Μάντερλεϊ» και μια γυναικεία φωνή να ανακαλεί στη μνήμη της τις παράξενες μέρες που πέρασε εκεί, ενώ η κάμερα ελίσσεται σε χορταριασμένα μονοπάτια, ανάμεσα σε δύσβατες συστάδες δέντρων, μέχρι να φτάσει στα ερείπια μιας έπαυλης. Από εκεί μεταφερόμαστε στο Μόντε Κάρλο, όπου μια νεαρή ορφανή κοπέλα – ποτέ δεν μαθαίνουμε το όνομά της - που εργάζεται ως συνοδός μιας πλούσιας Αμερικανίδας γνωρίζεται με τον πλούσιο χήρο Μάξιμ ντε Γουίντερ. Το ζευγάρι [Τζόαν Φοντέιν, Λόρενς Ολίβιε] παντρεύεται και πηγαίνει να ζήσει στο Μάντερλεϊ, την έπαυλη του ντε Γουίντερ. Σχεδόν η ιστορία της Σταχτοπούτας, θα έλεγε κανείς. Μόνο που η έπαυλη κυριαρχείται από την παρουσία της Ρεβέκκας, της νεκρής πρώτης κυρίας ντε Γουίντερ, και την ψυχρή, απειλητική μορφή της οικονόμου του σπιτιού, την κ. Ντάνβερς [Τζούντιθ Άντερσον], θεματοφύλακα της μνήμης της νεκρής κυρίας της. Το κλίμα είναι εξαρχής δυσοίωνο. Αλλά ας μην προχωρήσουμε σε περαιτέρω αποκαλύψεις και χαλάσουμε την αγωνία όσων δεν έχουν δει την ταινία. Πώς όμως καταφέρνει ο Χίτσκοκ να μας δώσει μέσα από ένα ενδιαφέρον αλλά αρκετά συμβατικό σενάριο ένα από τα σημαντικότερα έργα του;


Κατ’ αρχάς, κάνει μια ευρηματική αλλαγή σε σχέση με το μυθιστόρημα. Η κ. Ντάνβερς μετατρέπεται από ηλικιωμένη μητρική φιγούρα σε μια νεότερη γυναίκα που δεν κρύβει το (έκδηλα ομοφυλοφιλικό) πάθος της προς την πανταχού παρούσα-απούσα Ρεβέκκα. Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργεί μια οξύτερη αντίθεση ανάμεσα στους δύο κεντρικούς γυναικείους χαρακτήρες. Κινηματογραφικά, αυτό εκφράζεται με χρωματικό κοντράστ ανάμεσα στα λευκά ή γκρίζα χρώματα της νεαρής κ. ντε Γουίντερ και στα μαύρα της οικονόμου. Ταυτόχρονα, η Φοντέιν είναι νευρικά αεικίνητη, ανασφαλής και αδέξια ενώ η Άντερσον εμφανίζεται σχεδόν παντού και πάντα αναπάντεχα, σαν να κινείται πάνω σε ράγες, απειλητική, άκαμπτη και ατάραχη, σχεδόν μη ανθρώπινη, και εξαφανίζεται το ίδιο ξαφνικά – ένα στοιχειό της έπαυλης.


Περισσότερο κι από τους χαρακτήρες, κεντρικό ρόλο παίζει το Μάντερλεϊ. Από την πρώτη στιγμή, μοιάζει να έχει συμμαχήσει με τα στοιχεία της φύσης για να μη δεχτεί τη νέα του κυρία – όπως φτάνουν με το ανοιχτό αυτοκίνητο, μια καταρρακτώδης βροχή υποδέχεται το ζευγάρι των νεόνυμφων. Θα έλεγε κανείς ότι η Ρεβέκκα έχει στοιχειώσει το μεγάλο σπίτι. Το εξωτερικό της έπαυλης εμφανίζεται σχεδόν πάντα τυλιγμένο από ομίχλη, απροσδιόριστα τοποθετημένο, απομονωμένο από τον υπόλοιπο κόσμο. Εσωτερικά, οι μεγάλοι, ψυχροί χώροι κάνουν την Φοντέιν να φαίνεται μικρή και ξένη, ενώ συχνά πάνω της πέφτουν απόκοσμες σκιές.


Ο Χίτσκοκ δεν αγαπά ιδιαίτερα να δημιουργεί ένταση μέσα από τους διαλόγους. Αντίθετα, το πετυχαίνει με μοναδικό τρόπο χρησιμοποιώντας καθαρά οπτικά μέσα. Κοντινά πλάνα που εναλλάσσονται μεταξύ τους ή με άλλα μεσαία, η κάμερα να ψάχνει τα πρόσωπα των δευτερευόντων χαρακτήρων, π.χ. των υπηρετών,  χρωματικές αντιθέσεις, όπως είδαμε και παραπάνω. Τη μερίδα του λέοντος σε γκρο πλάνα παίρνει φυσικά η Φοντέιν, της οποίας τον χαρακτήρα εξερευνά κυρίως η κάμερα, ενώ σε μεγάλο βαθμό αποφεύγονται τα πολύ κοντινά πλάνα του Ολίβιε, ώστε να διατηρήσει ο χαρακτήρας του κάποια αοριστία. Υπάρχει βέβαια μια σκηνή, κατά τη διάρκεια της προβολής κάποιας ταινίας με σκηνές από τον μήνα του μέλιτος του ζευγαριού, όπου αφού η κάμερα έχει μείνει για ώρα στο πρόσωπο της νεαρής συζύγου στο μισοσκόταδο, φωτισμένο από το φως της μηχανής προβολής που τρεμοπαίζει για να εντείνει την αίσθηση ταραχής, μετά από ένα πολύ σύντομο μεσαίο πλάνο, ξαφνικά επικεντρώνεται στο σχεδόν παράφρον πρόσωπο του Μάξιμ, φωτισμένο από κάτω κι αριστερά για να δώσει όλες τις χαρακτηριστικές σκιές και να δημιουργήσει την οπτική και ψυχολογική εντύπωση που θέλει ο Χίτσκοκ. Η μουσική του Φραντς Γουάξμαν [Η λεωφόρος της Δύσης, Μια θέση στον ήλιο, Σιωπηλός μάρτυς] παίζει κι αυτή σημαντικό ρόλο στη δημιουργία σασπένς.


Για άλλη μια φορά λοιπόν σε ταινία του Χίτσκοκ έχουμε το άτομο να νιώθει ξένο προς τον περιβάλλοντα χώρο και τους γύρω του. Η νεαρή γυναίκα καλείται να αναλάβει ένα ρόλο που δεν είναι δικός της, που την αλλοτριώνει. Ο αριστοκράτης σύζυγος κινείται στα όρια του διχασμού και της παραφροσύνης. Την αγαπά; Τα φιλιά που της δίνει είναι πατρικά και κρύα – συνήθως, στο μέτωπο ή στο μάγουλο. Μόνο μετά από ένα συγκεκριμένο συμβάν – δεν θα το αποκαλύψω – δείχνουν οι δύο τους να γίνονται πραγματικό ζευγάρι. Καταπληκτική ηθοποιία και στους τρεις κύριους ρόλους, όπως και στους δευτερεύοντες. Σίγουρα η Τζούντιθ Άντερσον δίνει ρεσιτάλ ως κακιά, αλλά προσωπικά θεωρώ πιο δύσκολο τον ρόλο της Τζόαν Φοντέιν και δεν μπορώ να μη θαυμάσω το πώς τον φέρνει σε πέρας. Να σημειώσω ότι λέγεται πως ο Χίτσκοκ της φερόταν απαίσια για να πάρει από αυτή όλη εκείνη τη νευρικότητα και ανασφάλεια που βγάζει στην οθόνη. Αργότερα, η ηθοποιός δήλωσε πως ο Βρετανός σκηνοθέτης την αντιπαθούσε, ενώ κάτι τέτοιο δεν ευσταθούσε - απλώς ήταν μέρος της σκηνοθεσίας.


Θέλω να τελειώσω την προσπάθειά μου να αναλύσω τη Ρεβέκκα με μια εξαιρετική ερμηνεία της ταινίας  που αλίευσα στη Βικιπαίδεια, η οποία παραπέμπει στο βιβλίο του Pierre Lherminier, Χίτσκοκ. "Κυρίαρχο ρόλο στην ταινία έχουν το νερό και η φωτιά: η ομίχλη στην εναρκτήρια σεκάνς, η βροχή που υποδέχεται την καινούργια οικοδέσποινα στον πύργο, ο πνιγμός […] στη θάλασσα, η φωτιά που καίει τον πύργο. Το νερό προωθεί την αφήγηση και η φωτιά τη σταματά. Το νερό είναι στοιχείο ενός κόσμου παρωχημένου, που πεθαίνει αν δεν έχει πεθάνει ήδη και η φωτιά λειτουργεί καθαρτικά."

[Την ταινία μπορείτε να την παρακολουθήσετε στο YouTube με ελληνικούς υπότιτλους εδώ.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου