Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Young Adult (Τζέισον Ράιτμαν, 2011)

Ο Τζέισον Ράιτμαν (Jason Reitman) είναι ένας νέος σκηνοθέτης (γεν. 1977) που δείχνει να προσπαθεί να ξεφύγει από κάποια χολυγουντιανά κλισέ. Τον πρωτογνώρισα με το Juno (2007), όπου μας δίνει μια 16χρονη κοπέλα η οποία προσπαθεί να βγει από τα προβλήματα που της δημιουργεί μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, και η γνωριμία μας συνεχίστηκε με την προηγούμενη, πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το Thank you for Smoking (2005), για έναν ευφυέστατο εκπρόσωπο των καπνοβιομηχανιών που μετά από μια ατυχή συνάντηση με μια δημοσιογράφο βλέπει τη ζωή του να έρχεται τα πάνω κάτω. Νομίζω, όμως, πως η ταινία που τον έκανε περισσότερο γνωστό στην Ελλάδα ήταν το Ραντεβού στον αέρα (2009) με τον Τζορτζ Κλούνεϊ. Επιλέγει συνήθως ήρωες που κάθε άλλο παρά μονοδιάστατοι είναι, άλλοτε ελαφρώς περιθωριακοί αλλά συναισθηματικοί, μπλεγμένοι στα γρανάζια του συστήματος αλλά που δεν έχουν ταυτόχρονα χάσει εντελώς την τιμιότητά τους, επιφανειακοί γιάπηδες που όμως είναι ακόμη σε θέση να συνειδητοποιήσουν τα αδιέξοδά τους.

Στο Young Adult η Μέιβις Γκάρι (Σαρλίζ Θέρον) είναι μια γυναίκα 37 χρονών, χωρισμένη που βλέπει τη ζωή της να τελματώνεται. Γράφει το σενάριο μιας τηλεοπτικής σειράς για τη ζωή των εφήβων, αλλά από κάποια τηλεφωνήματα καταλαβαίνουμε ότι κάτι δεν πάει καλά. Οι σχέσεις της είναι επιφανειακές και υποκριτικές, έτσι όπως παρουσιάζονται με πολύ λιτό τρόπο μέσα από ελάχιστες σκηνές όπου τα λόγια αντιπαρατίθενται στις πιο εύγλωττες εικόνες της εγκαταλειμμένης της ζωής. Το αδιέξοδό της γίνεται ακόμη πιο φανερό όταν αποφασίζει να δεχτεί μια πρόσκληση από τον Μπάντι, μια παλιά της σχέση, να πάει στην μικρή πόλη από όπου κατάγεται για να παραβρεθεί σε κάποια γιορτή για τη γέννηση της μικρής του κόρης. Η Μέιβις δεν πάει στο Μέρκιουρι της Μινεσότα για μια τυπική νοσταλγική επίσκεψη. Πάει για να πάρει πίσω τον άντρα που πιστεύει πως είναι ο άντρας της ζωής της. Εξ αρχής, υιοθετεί μια αφ' υψηλού στάση της πρωτευουσιάνας (ζει στη Μινεάπολη, που με 400.000 κατοίκους δεν είναι ακριβώς η πρωτεύουσα του κόσμου) συγγραφέα που ξέφυγε από την ανυπαρξία του μικρόκοσμου του Μέρκουρι. Ο πρώτος που θα συναντήσει είναι ένας παλιός συμμαθητής της, ο Ματ, που ποτέ της δεν τον είχε προσέξει και που υπήρξε το θύμα μιας βίαιης επίθεσης που τον άφησε ανάπηρο, αναγκασμένο να περπατά με πατερίτσα. Ο Ματ θα παίξει τον ρόλο της συνείδησής της λέγοντάς της όσα η ίδια αρνείται να αποκαλύψει στον εαυτό της.

Η εξαιρετική ηθοποιός Θέρον, που ποτέ δεν φοβήθηκε δύσκολους ρόλους (πχ, Monster), δίνει μια Μέιβις που κινείται στα όρια της νεύρωσης, της κατάθλιψης, του αλκοολισμού, της απόγνωσης. Δεν είναι απόλυτα σίγουρο τι ακριβώς είναι η Μέιβις. Μια πρώτη ανάγνωση θα οδηγούσε στο συμπέρασμα πως είναι μια γυναίκα που δεν μπορεί να ωριμάσει και να ξεπεράσει τις προσκολλήσεις της. Ο Ράιτμαν δεν ανοίγει αμέσως τα χαρτιά του. Προτιμά να κινείται στον χώρο της αμφιβολίας, δημιουργώντας μια ηρωίδα που πότε σου κάθεται στο στομάχι με το πόσο σκρόφα μπορεί να γίνεται και πότε θέλεις να την πάρεις αγκαλιά για να την παρηγορήσεις. Για όσους το έχουν διαβάσει, θα έλεγα πως μου θύμισε έντονα τον αμφιλεγόμενο Μάξουελ Σιμ από το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου με διαφορετική όμως κατάληξη.

Με ένα σκηνοθετικό ύφος που επικεντρώνεται στην οπτική λεπτομέρεια (ιδιαίτερα χαρακτηριστικές οι εικόνες του κασετόφωνου που παίζει την κασέτα που κάποτε της χάρισε ο Μπάντι, στους τίτλους της αρχής), ο Ράιτμαν μάς δίνει μιαν αντιστροφή του αμερικάνικου ονείρου. Πολλές φορές διάφορα στοιχεία της ταινίας αντιπαραβάλλονται μεταξύ τους - όπως προανέφερα - για να μας δείξουν το χαμηλό επίπεδο αυτοσυνείδησης της ηρωίδας. Πολύ εύστοχη επίσης η voice-over (αφήγηση οφ, νομίζω πως λέγεται στην ελληνική κινηματογραφική γλώσσα) ανάγνωση της σειράς την οποία γράφει η Μέιβις, που υπογραμμίζει τις εμμονές της με την εφηβική της ηλικία και μια ξεπερασμένη λαϊκή κουλτούρα χαρακτηριστική των μικρών αμερικανικών πόλεων της δεκαετίας του '80. Αυτό που θα έλεγα ότι είναι μαζί το πλεονέκτημα και το μειονέκτημα (ανάλογα με τα γούστα του καθένα, εννοώ) της ταινίας είναι η απόσταση που κρατάει η σκηνοθεσία από τα δρώμενα και τους ήρωες, αλλά και η ασταθής ισορροπία ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα. Προσωπικά, στην προκειμένη περίπτωση θα προτιμούσα πιο ξεκάθαρες λύσεις. Εξάλλου, πολύ λίγοι σκηνοθέτες πετυχαίνουν ικανοποιητικά αποτελέσματα μέσω της - πάντα απαιτητικής - αποστασιοποίησης.

            [Συνέντευξη της Σαρλίζ Θέρον στον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο στο YouTube]
    
               [Δείτε τους συντελεστές της ταινίας στο imdb.com και τρέιλερ στο YouTube]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου