Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Χόμπιτ: Ένα αναπάντεχο ταξίδι [Πίτερ Τζάκσον, 2012]

Ο Νεοζηλανδός Πίτερ Τζάκσον είναι ένας αξιόλογος σκηνοθέτης που οι περισσότεροι γνωρίσαμε μέσα από την τριλογία Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών. Είχε καταφέρει εκεί να συνδυάσει το φανταστικό με το επικό, δίνοντάς μας μια απολαυστική μεταφορά του αριστουργήματος του Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν. Εδώ θα καταπιαστεί με το βιβλίο όπου είχε γεννηθεί ο μύθος της Μέσης Γης, το Χόμπιτ [πρώτη έκδοση: 1937 - Ο Άρχοντας κυκλοφόρησε σε τρεις συνέχειες το 1954-1955], αντιστρέφοντας τα δεδομένα, δηλαδή μετατρέποντας το προοίμιο σε prequel (= πρωθύστερη συνέχεια). Αρχικά η σκηνοθεσία είχε ανατεθεί στον Γκιγιέρμο ντελ Τόρο [Ο λαβύρινθος του Πάνα] αλλά εκείνος εγκατέλειψε, περιοριζόμενος σε μια συμμετοχή του στο σενάριο. Οι άλλες δύο συνέχειες του Χόμπιτ, The Desolation of Smaug και There and Back Again, προβλέπεται να κυκλοφορήσουν τον Δεκέμβριο του 2013 και τον Δεκέμβριο του 2014 αντίστοιχα.


Στο Χόμπιτ: Ένα αναπάντεχο ταξίδι [The Hobbit: An Unexpected Journey], ο Χόμπιτ Μπίλμπο Μπάγκινς (Ίαν Χολμ) σε προχωρημένη ηλικία μάς αφηγείται την απαρχή της ιστορίας. Στο σπίτι του στο Σάιρ, τη χώρα των Χόμπιτ (κάτι ανάμεσα σε νάνους και ανθρώπους, για όσους δεν γνωρίζουν το έργο του Τόλκιν), ο νεαρός Μπίλμπο (Μάρτιν Φρίμαν), τακτοποιημένος στη θαλπωρή της εργένικης ζωής του, θα δεχτεί την επίσκεψη του μάγου Γκάνταλφ (Ίαν ΜακΚέλεν) και στη συνέχεια μιας σαματατζίδικης παρέας νάνων με επικεφαλής τον Θόριν τον Δρύασπι (Ρίτσαρντ Άρμιτρατζ), εξόριστο βασιλιά του Μοναχικού Βουνού μετά την καταστροφή του Βασιλείου του Έρεμπορ από τον Δράκο Σμάουγκ (Νοσφιστή, στην ελληνική μετάφραση). Παρουσιάζοντας έναν χάρτη που δείχνει μια μυστική πόρτα από όπου οι νάνοι μπορούν να μπουν στο Μαγικό Βουνό για να το ανακαταλάβουν, ο Γκάνταλφ ζητάει από τον άναυδο Μπίλμπο να συμμετάσχει στην αποστολή ως "διαρρήκτης".


Αν το παιδί μέσα σας αρνείται να βγει στην επιφάνεια (αδυνατώ να πιστέψω πως δεν υπάρχει πια), ίσως το ονειρικό παραμύθι που στήνει (πάλι) ο Τζάκσον να σας φανεί αδιάφορο. Αν όμως, σαν παιδιά, αφεθείτε στη μαγεία της τρισδιάστατης (γυρισμένης σε 48 καρέ ανά δευτερόλεπτο αντί για τα στάνταρ 24) εικονογράφησης των περιπετειών της Μέσης Γης, θα ζήσετε μερικές απολαυστικές στιγμές συνοδεύοντας τη συντροφιά των νάνων, του Γκάνταλφ και του Μπίλμπο στην επικίνδυνη αποστολή τους. Όσοι έχετε διαβάσει το μυθιστόρημα, ακόμη καλύτερα. Άλλωστε, ακριβώς στις χώρες όπου το κοινό είναι εξοικειωμένο με τη λογοτεχνία του Τόλκιν έχουν και οι ταινίες τη μεγαλύτερη απήχηση.


Η σύγκριση με τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών είναι βέβαια αναπόφευκτη και μάλλον δεν αποβαίνει υπέρ της καινούργιας παραγωγής του Τζάκσον. Νομίζω ότι ο λόγος έγκειται κυρίως στην οικονομία της αφήγησης. Στο Χόμπιτ υπάρχουν σκηνές που νιώθεις ότι τραβούν σε μάκρος [πχ, η συνάντηση του Γκάνταλφ με την Γκαλάντριελ (Κέιτ Μπλάνσετ) και τον Σάρουμαν (Κρίστοφερ Λι) ή το επεισόδιο με το Γκόλουμ], ενώ κάπου κάπου το μοντάζ, όταν μερικές φορές χωρίζουν οι συνταξιδιώτες, πηγαινοέρχεται κόβοντας τον ρυθμό. Και φυσικά είναι προφανές ότι με λιγότερη επιείκεια αντιμετωπίζει κανείς μια συνέχεια πάνω στα ίδια μονοπάτια. Η αλήθεια είναι ότι - απ' όσο θυμάμαι τα βιβλία του Τόλκιν που διάβασα πολλά χρόνια πριν -  ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών δείχνει και μυθιστορηματικά πιο μεστός. Ωστόσο, κρίνοντας από το αποτέλεσμα, θα έλεγα ότι ο Τζάκσον κάνει λάθος στην επιλογή του να γυρίσει ένα βιβλίο 300 περίπου σελίδων σε τριλογία χρονικής διάρκειας περίπου ίσης με τον Άρχοντα, ένα βιβλίο συνολικά πάνω από 1100 σελίδες. Υποψιάζομαι ότι ο λόγος δεν είναι οι πραγματικές ανάγκες της κινηματογραφικής μεταφοράς του μυθιστορήματος...



Χωρίς να θέλω να υποβαθμίσω την προσπάθεια του Τζάκσον αλλά και τη δική μου απόλαυση του μεγαλύτερου μέρους της ταινίας [η τελική σεκάνς, για παράδειγμα, ήταν καθηλωτική], πιστεύω ότι μια πιο "συμμαζεμένη" (και χρονικά) εκδοχή θα ασκούσε περισσότερη σαγήνη στον θεατή. Παρά τις θετικές κριτικές και την εισπρακτική επιτυχία του Αναπάντεχου ταξιδιού, φοβάμαι πως οι επόμενες συνέχειες, που προσωπικά θα αναμένω με αγωνία, δύσκολα θα προσελκύσουν ένα εξίσου μεγάλο κοινό. Οψόμεθα.


[Δείτε τρέιλερ του Χόμπιτ: Ένα αναπάντεχο ταξίδι με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]


Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι [Γιάννης Σμαραγδής, 2012]

Δυστυχώς, μου είναι πια δύσκολο να παρακολουθήσω τη σύγχρονη ελληνική κινηματογραφική παραγωγή. Οι δυνατότητές μου να δω ταινία σε κινηματογραφική αίθουσα είναι πλέον δραματικά περιορισμένες. Και το διαδίκτυο δεν βρίθει από ελληνικές παραγωγές. Το μόνο που μου μένει είναι να διαβάζω κριτικές και να ενημερώνομαι ειδησεογραφικά - με την ελπίδα ότι κάποτε θα καταφέρω να ξανακερδίσω τα χαμένα χρόνια. Πριν από λίγο διάβαζα, λοιπόν, τα παράπονα της Προέδρου της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, Κατερίνας Ευαγγελάκου, (κατά την απονομή των φετινών βραβείων) για την αδιαφορία της Πολιτείας. [Αυτό το τελευταίο δεν είναι βέβαια είδηση - σε άλλο ιστολόγιο έχουμε αναφερθεί ξανά στο Υπουργείο Πολιτισμού και στην κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.] Κρίμα, γιατί για λίγο - με κάποια βραβεία, επιτυχημένες συμμετοχές σε διεθνή φεστιβάλ, κλπ - είχε δοθεί η εντύπωση ότι ερχόταν μια άνοιξη... Αλλά βέβαια ο κινηματογράφος είναι τέχνη που εκτός από ταλέντο χρειάζεται χρήματα και αυτά δεν περισσεύουν πλέον - είναι προφανές πως για τους κρατούντες προέχουν άλλα πράγματα [π.χ. η σωτηρία των τραπεζιτών, συγγνώμη - του "τραπεζικού συστήματος"] και όχι ο πολιτισμός.


Ο Γιάννης Σμαραγδής δεν δείχνει να έχει πρόβλημα να βρει χρηματοδότηση για τις ταινίες του. Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι κόστισε 8 εκ. ευρώ, τη στιγμή που τα χρήματα που το κράτος επενδύει ετησίως συνολικά σε ελληνικές ταινίες είναι περίπου 3,5 εκ.. [Και πάλι βέβαια δεν υπάρχει καμιά σχέση με παραγωγές του Χόλιγουντ: η ταινία εποχής Λίνκολν του Σπίλμπεργκ κόστισε 6 φορές περισσότερο.] Πιθανότατα, έπαιξαν ρόλο και κάποιες ρωσικές χρηματοδοτήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν μια διεθνής παραγωγή με διεθνές καστ και φιλοδοξίες για διεθνή καριέρα που δεν γνωρίζω κατά πόσο ευοδώθηκαν. Η ιδέα της βιογράφησης μιας προσωπικότητας σαν του Ιωάννη Βαρβάκη σίγουρα προσφέρεται για κάτι τέτοιο, αλλά μένει να διερευνηθεί κατά πόσο πέτυχε ο Σμαραγδής στην προσπάθειά του.


Ο Ιωάννης Βαρβάκης (Σεμπάστιαν Κοχ) γεννήθηκε στα Ψαρά το 1745 ή 1750. Ξεκίνησε ως καραβοκύρης και πειρατής. Πήρε μέρος στα Ορλωφικά (1770) και φυλακίστηκε από τους Τούρκους. Δραπέτευσε και περπάτησε μέχρι την Αγία Πετρούπολη, όπου κατάφερε να γίνει δεκτός από την Αικατερίνη τη Μεγάλη (Κατρίν Ντενέβ), η οποία προς αναγνώριση των υπηρεσιών του τού παραχώρησε δικαιώματα αλιείας και εμπορίου στην Κασπία. Εκεί ο Βαρβάκης, με τη βοήθεια του Θεού (Λάκης Λαζόπουλος), ανακαλύπτει το χαβιάρι και τον τρόπο να το μεταφέρει στην Ευρώπη (σε κιβώτια από ξύλο φλαμουριάς). Πλούσιος πια, προσπαθεί να βοηθήσει την προετοιμασία της Ελληνικής Επανάστασης με διάφορους τρόπους. Μετά από διάφορες απογοητεύσεις στην προσωπική του ζωή, αποφασίζει να συμμετάσχει ενεργά στην Επανάσταση και το 1825 κατεβαίνει στην Ελλάδα. Πέφτει θύμα των διάφορων συμφερόντων και συνωμοσιών και στέλνεται κρατούμενος στο λοιμοκαθαρτήριο της υπό Αγγλική κυριαρχία Ζακύνθου.


Η ιστορία εξελίσσεται ανάδρομα, μέσα από τις αφηγήσεις του μέλους της Φιλικής Εταιρείας Λεφεντάριου (Χουάν Ντιέγκο Μπότο) στον Άγγλο τοποτηρητή (;) της Ζακύνθου (Τζον Κλιζ), αλλά και του Ιβάν (Εβγκένι Στίτσκιν), πιστού φίλου και κατά καιρούς υπηρέτη του Βαρβάκη, σε μια ομάδα παιδιών. Οι αφηγήσεις μπλέκονται με ενδιαφέροντα τρόπο με τα δρώμενα, αλλά μερικές φορές νιώθεις μια αμηχανία στο προχώρημα της πλοκής. Ο χαρακτήρας του κεντρικού ήρωα παραμένει χωρίς βάθος. Δεν καταλαβαίνουμε τα κίνητρά του: ούτε στις σχέσεις του με τη σύζυγό του, ούτε στις επιλογές που κάνει για τον γιο του, ούτε στην απόφασή του να πάρει - στα 70τόσα του! - προσωπικά μέρος στην Επανάσταση. Όπως αδιευκρίνιστη είναι και η στόχευση της σκηνοθεσίας. Επιδιώκει να φωτίσει την προσωπικότητα του Βαρβάκη; Να υμνήσει το ελληνικό δαιμόνιο; Να περιγράψει τις πλεκτάνες των Μεγάλων Δυνάμεων και των εκπροσώπων τους στη γέννεση του Ελληνικού Κράτους; Πιθανόν, όλα αυτά μαζί κι ακόμη παραπάνω. Αλλά ένα τόσο φιλόδοξο σχέδιο θα χρειαζόταν στιβαρότερη σκηνοθεσία (και ίσως περισσότερα κεφάλαια). Εδώ επικρατούν φυγόκεντρες τάσεις που αφήνουν το συνολικό αποτέλεσμα μετέωρο. Επιπλέον, οι καθόλου εύηχες εκφορές της αγγλικής γλώσσας υπονομεύουν την αληθοφάνεια - από πού δικαιολογείται αυτή η επιλογή; για να μη διαβάζουν υπότιτλους οι Αμερικανοί, οι Εγγλέζοι, κλπ; Τέλος, παρά τα γενικά προσεγμένα σκηνικά, μερικές φορές - ιδίως στο εσωτερικό του σπιτιού του Βαρβάκη - αναρωτιόμουν αν πράγματι ήταν τόσο κιτς οι διακοσμήσεις των σπιτιών των πλούσιων εμπόρων της διασποράς.


Η απόπειρα του Σμαραγδή για μια επική ταινία δεν είχε κατά τη γνώμη μου τα αναμενόμενα από τον σκηνοθέτη αποτελέσματα. Χωρίς να στερείται ενδιαφέροντος, σε αφήνει τελικά ανικανοποίητο, με μια αίσθηση ότι θα έπρεπε να έχεις δει κάτι ακόμη. Ίσως Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι να μείνει κυρίως στη μνήμη μας για τις εκπληκτικά δελεαστικές εικόνες του μαύρου χαβιαριού της Κασπίας, που κάποιοι από μας δεν θα δοκιμάσουν ποτέ.

[Δείτε τρέιλερ του Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι από το YouTube]


Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Το κυνήγι [Jagten - Τόμας Βίντερμπεργκ, 2012]

Γνωρίσαμε τον Δανό Τόμας Βίντερμπεργκ με την καταπληκτική Οικογενειακή Γιορτή [1998], την οποία γύρισε πριν καν κλείσει τα τριάντα του. Ήταν η πρώτη ταινία του Δόγματος 95 και σήμερα θεωρείται πρωτοποριακή για την εποχή της κυρίως γιατί χρησιμοποιήθηκαν ελαφριές φορητές κάμερες που έδωσαν τη δυνατότητα στον Διευθυντή Φωτογραφίας Άντονι Ντοντ Μαντλ να βγάλει ένα ιδιαίτερο αισθητικό αποτέλεσμα και μια μοναδική αμεσότητα. Από τότε δεν είχε καταφέρει να ξαναέρθει στο προσκήνιο, σκηνοθετώντας ενδιαφέρουσες ταινίες, όπως το Όλα για την αγάπη [2003], Dear Wendy [2004] και πιο πρόσφατα το Submarino [2010], που όμως δεν άγγιξαν το πλατύ κοινό. Στο Κυνήγι, ανατέμνει για άλλη μια φορά την Δανέζικη κοινωνία, με μοναδικό τρόπο και χωρίς αναισθητικό, δείχνοντας τι μπορεί να κρύβεται κάτω από μια επίπλαστη κοινωνική γαλήνη.


Ο Λούκας (Μαντς Μίκελσεν) είναι νηπιαγωγός σε μια μικρή δανέζικη πόλη. Μοιάζει να απολαμβάνει τη δουλειά του ενώ και τα μικρά παιδιά είναι ενθουσιασμένα μαζί του. Χωρισμένος, προσπαθεί να εξασφαλίσει την επιμέλεια του έφηβου γιου του. Παρακολουθούμε την καθημερινότητά του: τα χοντρά αστεία και το κυνήγι με την αντροπαρέα των φίλων του, τη σχέση του με τη Νάντια (Αλεξάντρα Ράπαπορτ), τη νεαρή μετανάστρια που εργάζεται στην κουζίνα του νηπιαγωγείου, τις βόλτες του με τη σκυλίτσα του, τη Φάνι, και τη μικρή Κλάρα, την κόρη του καλύτερού του φίλου. Αυτή ακριβώς, μετά από μια σκηνή όπου προσπαθεί να φιλήσει τον Λούκας στο στόμα και εκείνος της παρατηρεί ότι κάτι τέτοιο είναι μόνο "για τη μαμά και τον μπαμπά", θα μιλήσει στη διευθύντρια του νηπιαγωγείου, λέγοντάς της ότι είδε τα γεννητικά όργανα του Λούκας, υπονοώντας ότι πιθανόν να υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Από κει και πέρα, όλα και όλοι στρέφονται εναντίον του χωρίς καν οι περισσότεροι να του ζητήσουν να τους πει τη δική του εκδοχή. Ακόμη και όταν η αστυνομία τον απαλλάσσει από τις κατηγορίες, η μικρή πόλη τον έχει καταδικάσει σε κοινωνικό αποκλεισμό. Από κυνηγός (δηλαδή, αξιοσέβαστο μέλος της κοινότητας) έχει γίνει πια θήραμα (απόβλητος).


Χωρίς τους πρωτοποριακούς τεχνικούς πειραματισμούς της Οικογενειακής Γιορτής αλλά με την ίδια πειστικότητα, το Κυνήγι μάς δείχνει τον τρόπο με τον οποίο μια μικρή κοινότητα εξοστρακίζει αυτούς που θεωρεί "μιάσματα". Πιστεύοντας ότι ένα παιδί δεν μπορεί να λέει ψέματα, όλος σχεδόν ο πληθυσμός της μικρής πόλης τάσσεται έμπρακτα εναντίον του Λούκας. Ακόμη και όταν η μικρή Κλάρα τολμά αργότερα να διαψεύσει αυτά που είπε, δεν γίνεται πιστευτή μια και θεωρείται "φυσικό" να "αρνείται" αυτό που συνέβη. Απόλυτο αδιέξοδο για έναν αθώο άνθρωπο. Ο Βίντερμπεργκ σκηνοθετεί με ένταση και τραγικότητα εστιάζοντας στα κεντρικά πρόσωπα του δράματος και κυρίως στον Μίκελσεν, που κέρδισε για τον συγκεκριμένο ρόλο το Βραβείο Ηθοποιίας στις Κάνες.



Ιδιαίτερα όσοι από εμάς έχουμε εμπειρία στη διδασκαλία νέων παιδιών μπορούμε σχετικά εύκολα να βάλουμε τον εαυτό μας στη θέση του Λούκας και να νιώσουμε τις λεπτές ισορροπίες που πρέπει να κρατάει κανείς στην εκδήλωση της αγάπης για τους μαθητές του. Ο στιγματισμός ελλοχεύει ακόμη και για τους πλέον αθώους [η ταινία θα μπορούσε να γινόταν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αν ο Λούκας ήταν λίγο πιο αμφιλεγόμενος]. Οι σκηνές του τέλους δείχνουν πως πιθανόν για τον ήρωα, αλλά και τον νεαρό γιο του, η ζωή δεν θα είναι ποτέ ξανά ίδια. Το κυνήγι των μαγισσών μπορεί να ξαναρχίσει οποιαδήποτε στιγμή, ίσως γιατί οι κοινωνίες το έχουν ανάγκη για να επιβεβαιώνουν τη (φαινομενική) συνοχή τους. Ο Βίντερμπεργκ για άλλη μια φορά μάς προβληματίζει και μας καθηλώνει.

[Δείτε τρέιλερ του Κυνηγιού με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]


Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Η ζωή του Πι [Life of Pi - Ανγκ Λι, 2012]

Το ομώνυμο βιβλίο του Γιαν Μαρτέλ, στο οποίο στηρίχτηκε η ταινία, βραβεύτηκε με το Βραβείο Μπούκερ το 2002 και θεωρείται ιδιαίτερα επιτυχημένο - ο Πρόεδρος Ομπάμα έγραψε ένα γράμμα στον συγγραφέα όπου το χαρακτηρίζει ως "μια κομψή απόδειξη της ύπαρξης του Θεού και της δύναμης της αφήγησης". Ο ταϊβανέζικης καταγωγής Αμερικανός σκηνοθέτης Ανγκ Λι [Τίγρης και Δράκος, Χαλκ, Το μυστικό του Brokeback Mountain, Προσοχή, πόθος] ανέλαβε να γυρίσει την ταινία αφού την είχαν - προφανώς λόγω των δυσκολιών - εγκαταλείψει αρκετοί σκηνοθέτες, μεταξύ των οποίων ο Αλφόνσο Κουαρόν και ο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν.

Η επαφή μου με τη Ζωή του Πι ξεκίνησε όταν ένας στενός φίλος με ρώτησε αν ήταν κατάλληλη για την 11χρονη κόρη του. Δεν την είχα δει ούτε έχω διαβάσει το βιβλίο οπότε αδυνατούσα να του δώσω απάντηση. Έψαξα λίγο στο διαδίκτυο και μου φάνηκε ότι τα θέματα που έθιγε ήταν κάπως βαριά για παιδιά του Δημοτικού. Όταν όμως ξεκίνησα να τη βλέπω, ήρθε δίπλα μου ο 12χρονος γιος μου και, παρ' όλο που αρχικά δήλωσε ότι "δεν είχε όρεξη για ταινία", μαγεύτηκε τόσο πολύ από τις εικόνες της που δεν ξεκόλλησε από κοντά μου.


Ο Πι είναι ένας μικρός Ινδός από το Ποντιτσέρι ("Γαλλική" Ινδία - δεν ήξερα ότι υπήρχε κάτι τέτοιο) που ο πατέρας του είχε την εκκεντρική (και ατυχή;) ιδέα να του δώσει το όνομα μιας παρισινής πισίνας. Φανταστείτε τι προκαλούσε στους συμμαθητές του το όνομα Piscine (Molitor) που συνηχούσε με το αγγλικό pissing (= κατούρημα). Ο μικρός αποφασίζει να το αλλάξει σε Πι (π = ο άρρητος αριθμός που χρησιμοποιείται στην Ευκλείδειο Γεωμετρία), δημιουργώντας τεράστια αίσθηση στο σχολείο. Έπειτα παρακολουθούμε τα εφηβικά του χρόνια, τις θρησκευτικές, υπαρξιακές, ερωτικές και λοιπές ανησυχίες του. Στα 16 του, η οικογένεια αποφασίζει λόγω της πολιτικής κατάστασης να μεταναστεύσει στον Καναδά. Ο πατέρας του, ιδιοκτήτης ζωολογικού κήπου, παίρνει μαζί του τα ζώα για να τα πουλήσει. Στη διάρκεια όμως του ταξιδιού, το πλοίο πέφτει σε τρικυμία και βυθίζεται. Ο νεαρός Πι βρίσκεται μόνος του πάνω σε μια σωστική λέμβο, μαζί με μερικά ζώα, μεταξύ των οποίων και έναν εξαιρετικά επικίνδυνο τίγρη της Βεγγάλης με το ανθρώπινο όνομα Ρίτσαρντ Πάρκερ (μαθαίνουμε ότι πήρε το όνομα του κυνηγού που τον έπιασε μικρό, χάρη σε ένα γραφειοκρατικό λάθος). Ο Πι έχει ήδη δει πώς ο Ρίτσαρντ Πάρκερ κατασπαράζει τη λεία του. Πώς θα μπορέσουν το νεαρό αγόρι με το όνομα αριθμού και ο τίγρης με το ανθρώπινο όνομα να συμβιώσουν στον περιορισμένο χώρο της βάρκας;


Ο Ανγκ Λι δημιουργεί μια ονειρική ταινία. Ένα παραμύθι με παιγνιώδη διάθεση που φαίνεται ήδη από την αρχή, όταν εμφανίζονται οι τίτλοι. Οι εικόνες του ναυαγού Πι πάνω στη λέμβο είναι μαγευτικές. Σπάνια έχω δει τέτοια εικαστική πανδαισία στην οθόνη, και μάλιστα ενσωματωμένη τέλεια στην πλοκή (για να θυμηθώ κάποιες ενστάσεις μου για Το δέντρο της ζωής του Τέρενς Μάλικ). Αν όμως το αισθητικό μέρος της ταινίας ήταν τουλάχιστον χορταστικό και οι διάλογοι διανθισμένοι με ευπρόσδεκτο χιούμορ, δεν θα μπορούσα να πω το ίδιο για τον μάλλον κοινότοπο μεταφυσικό προβληματισμό της. Κάτι τέτοιο βέβαια θα πρέπει μάλλον να χρεωθεί στο βιβλίο. Ο Λι γυρίζει με περισσή φαντασία τα επεισόδια πάνω στη βάρκα, υπονομεύοντας με συναρπαστικό τρόπο την αληθοφάνεια της εικόνας. Την όλη ιστορία αφηγείται ο ενήλικος πια Πι στον συγγραφέα, στο σπίτι του στο Μόντρεαλ του Καναδά όπου ζει. Να έζησε πραγματικά όλα όσα περιγράφει ή πρόκειται για μια "μεταφυσική" του εμπειρία, ένα όραμα που προξένησαν η δίψα, η πείνα και ο ήλιος;


Μπορεί η μεταφυσική διάσταση της Ζωής του Πι να μην καταφέρνει να προσφέρει κάτι αξιόλογο και πρωτότυπο, αλλά η αισθητική απόλαυση σε αποζημιώνει με το παραπάνω. Το υδάτινο στοιχείο με τους άπειρους χρωματισμούς του, οι εικόνες του νυχτερινού ουρανού, οι φωσφορισμοί του ωκεανού, οι καταπληκτικές σκηνές στο πλωτό νησί θα μείνουν αξέχαστα στον θεατή. Και αυτό είναι που πιστώνεται στον Λι. Τελικά, η απάντηση στον φίλο μου είναι: "Ναι, Η ζωή του Πι μπορεί κάλλιστα να καταγοητεύσει κάθε ηλικία".


[Δείτε τρέιλερ της Ζωής του Πι με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]




Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Zero Dark Thirty [Κάθριν Μπίγκελοου, 2012]

Zero Dark Thirty στη στρατιωτική αργκό σημαίνει κάποια ώρα μέσα στη νύχτα. Αναφέρεται, υποθέτω, στη χρονική στιγμή κατά την οποία διεξάγεται η επιχείρηση εξόντωσης του Οσάμα μπιν Λάντεν, αλλά και γενικότερα στην κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Αμερική και ο κόσμος μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους στις 11/9/2001. Η ταινία της Κάθριν Μπίγκελοου ξεκινάει χαρακτηριστικά με μαύρο πλάνο (διάρκειας 90 δευτερολέπτων) όπου ακούγονται ηχογραφημένα ντοκουμέντα από εκείνη τη μέρα. Προφανώς, εμείς δεν νιώθουμε την ένταση αυτού του μαύρου πλάνου με τον ίδιο τρόπο που τα προσλαμβάνει ένας Αμερικάνος πολίτης. Αλλά ίσως μπορούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει για τον λαό μίας Υπερδύναμης να πλήττεται με τέτοιον τρόπο μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Νομίζω πως αυτό είναι το κλειδί για την ερμηνεία του Zero Dark Thirty.


Το φιλμ της Μπίγκελοου ήταν υποψήφιο για 5 Όσκαρ (μεταξύ άλλων Καλύτερης Ταινίας και Α' Γυναικείου Ρόλου) αλλά τελικά κατάφερε να κερδίσει μόνο ένα τεχνικής φύσης, για το Μοντάζ Ήχου, κι αυτό από μισό με το Skyfall. Η σκηνοθέτρια έχει κερδίσει Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας για την προηγούμενη κινηματογραφική παραγωγή της, το Hurt Locker [2008], που αναφέρεται στον πόλεμο του Ιράκ - δεν έχω καταφέρει ακόμη να τη δω μια και οι πολεμικές (αλλά και οι αντιπολεμικές) ταινίες συνήθως με κάνουν να πλήττω. Δεν θα είχα πιθανόν αντιμετωπίσει διαφορετικά το Zero Dark Thirty αν δεν υπήρχε η επικαιρότητα του θέματος και τα αμφιλεγόμενα σχόλια που είχα ακούσει.


Μετά το προαναφερθέν μαύρο πλάνο, μεταφερόμαστε 2 χρόνια αργότερα σε μια φυλακή κάπου στο Πακιστάν όπου Άραβες κρατούμενοι βασανίζονται για να αποκαλύψουν ονόματα, στόχους και άλλες πληροφορίες. Η πράκτορας της CIA Μάγια (Τζέσικα Τσαστέιν) στην αρχή παρακολουθεί με δυσκολία τις ανακρίσεις. Σιγά- σιγά θα μπει στο κλίμα "του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία" που διεξάγουν οι ΗΠΑ. Όταν κάποια στιγμή θα βρει μια άκρη του νήματος που μπορεί ίσως να την οδηγήσει στο κρησφύγετο του Μπιν Λάντεν, αφιερώνεται ολόψυχα στην αποστολή αυτή πιέζοντας τελικά - όταν οι προσπάθειές της τελεσφορούν, αρκετά χρόνια μετά - τους πάντες να ξεπεράσουν τους δισταγμούς τους και να διακινδυνεύσουν μία επιχείρηση εξόντωσης χωρίς αδιάσειστα στοιχεία, απλώς με βάση τη δική της πεποίθηση.


Στην ταινία τίθενται κάποια ενδιαφέροντα ζητήματα που αξίζει να συζητηθούν. Κατ' αρχάς, η θέση της απέναντι στα βασανιστήρια. Η ίδια η Μπίγκελοου δηλώνει πως το γεγονός ότι δείχνει κάτι δεν σημαίνει ότι το επικροτεί. Όμως, όταν οι βασανισμοί κρατουμένων έρχονται αμέσως μετά από το συναισθηματικά φορτισμένο μαύρο πλάνο της αρχής, νομίζω πως ο μέσος θεατής τείνει να τους δικαιολογήσει ως ένα είδος αυτοάμυνας ενταγμένης στη γενικότερη προσπάθεια προστασίας του Δυτικού Κόσμου από την τρομοκρατική απειλή. Όσο αποστασιοποιημένα και αν προσπαθεί να κινηματογραφήσει τις εν λόγω σκηνές η σκηνοθέτρια - ίσως ακριβώς εξαιτίας και αυτού -, όταν οι "δικοί μας" (οι πρωταγωνιστές) ανακρίνουν τους "άλλους", αντικειμενικά λειτουργεί απολογητικά απέναντι στο γεγονός. Και γενικότερα, το Zero Dark Thirty αντανακλά μια συντηρητική άποψη που υιοθετεί μια μανιχαϊστική αντίληψη και χωρίζει τον κόσμο υπεραπλουστευτικά σε δύο στρατόπεδα - ξέρουμε βέβαια ποιο είναι το "καλό". Ακόμη και στις ίδιες τις ΗΠΑ, η Μπίγκελοου δέχτηκε έντονη κριτική (ένθεν και ένθεν) και ίσως αυτό αντικατοπτρίζεται και στα αποτελέσματα των Όσκαρ, όπου θριάμβευσε το πιο ξεκάθαρα πατριωτικό και λιγότερο ενοχλητικό Argo.


Κατά τα άλλα, η σκηνοθεσία είναι σφιχτοδεμένη και έχει σχεδόν τη μορφή κινηματογραφικού ρεπορτάζ. Οι σκηνές της επιδρομής στο κρησφύγετο του Μπιν Λάντεν με τις νυχτερινές λήψεις του πράσινου των στρατιωτικών διοπτρών είναι για σεμινάριο, παρ' όλες τις ηθικές ενστάσεις που θα μπορούσε να έχει κανείς όταν παρακολουθεί τις "παράπλευρες απώλειες" ανθρώπινων ζωών. Υπάρχει, φυσικά, και η υπαρξιακή διάσταση της μοναχικής γυναίκας που αφοσιώνεται με μονομανία σε έναν σκοπό που την οδηγεί σε σχεδόν απόλυτη απομόνωση και στέρηση οποιασδήποτε προσωπικής ζωής. Αναρωτιέται κανείς ποια μπορεί να είναι τα κίνητρα της Μάγια και στην κατεύθυνση αυτή έχει πολύ ενδιαφέρον η αμφίσημη τελική σκηνή με τη Μάγια να δακρύζει. Θα έλεγα ότι παρά - και πέρα από - την προσωπική δικαίωση, η Μάγια νιώθει ένα απέραντο κενό μέσα της "στο τέλος της μέρας"["Άξιζε τόσες θυσίες;"]. Δεν είναι άραγε αυτό αλήθεια για ολόκληρο τον κόσμο στην "μετατρομοκρατική" εποχή; Αν θέλουμε να δούμε θετικά το Zero Dark Thirty, ας κρατήσουμε στη μνήμη μας αυτή την τελευταία εικόνα.



[Δείτε τρέιλερ του Zero Dark Thirty με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]




Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Skyfall [Σαμ Μέντες, 2012]

Δεν είμαι φανατικός θαυμαστής των ταινιών του Τζέιμς Μποντ. Κυρίως, επειδή θεωρώ την εξέλιξη της πλοκής τους προβλέψιμη και τον τύπο του ήρωα που μας παρουσιάζουν μονοδιάστατο και ρηχό ["χάρτινο" τον περιγράφουν πολλές κριτικές]. Εντυπωσιάστηκα όταν πρωτοδιάβασα ότι τη σκηνοθεσία στον τελευταίο 007 είχε αναλάβει ο Σαμ Μέντες [American Beauty, Ο δρόμος της απώλειας, Ο δρόμος της επανάστασης]. Τι δουλειά είχε ένας καλός σκηνοθέτης εκεί που χρειάζονται ειδικά εφέ, κασκαντέρ, γκατζετάκια και γρήγορα αυτοκίνητα; Από την άλλη, ίσως λίγη μαστοριά να βοηθούσε να μην κόψει η "σάλτσα"... Ή μήπως ο βρετανικής καταγωγής Μέντες - με προϋπηρεσία στο θέατρο - θεωρούσε τη συγκεκριμένη υπερπαραγωγή μια ευκαιρία για εύκολο χρήμα; Η απάντηση δεν θα αργούσε.



Στο Skyfall, ο Μποντ (Ντάνιελ Κρεγκ) δεν είναι απλώς ο ακατάβλητος, στιλάτος ήρωας στον οποίο μάς έχουν συνηθίσει. Τσαλακωμένος, τρωτός και όχι πια νέος, θα τραυματιστεί βαριά μετά από μια "μονομαχία" πάνω σε ένα τρένο έξω από την Κωνσταντινούπολη και για μέρες θα θεωρηθεί νεκρός. Όταν επανεμφανίζεται, δεν είναι πλέον ο παλιός του εαυτός. Μετά βίας περνάει - με "μέσο" - τα τεστ που απαιτούνται για να ξαναμπεί στην ενεργό δράση και να καταφέρει να βρει τη λίστα των πρακτόρων της ΜΙ6 που έχει κλαπεί, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο ολόκληρη τη βρετανική κατασκοπεία. Στην προσπάθειά του αυτή, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον πανούργο και παρανοϊκό Σίλβα (Χαβιέρ Μπαρδέμ), πρώην πράκτορα της ΜΙ6 που θέλει να εκδικηθεί την Υπηρεσία και ιδιαίτερα τη Μ. (Τζούντι Ντεντς), θεωρώντας την υπεύθυνη για τον παρ' ολίγον θάνατό του.


Νομίζω πως η σημαντικότερη συνεισφορά του Μέντες στη μακρά σειρά των (23) ταινιών του ήρωα του Ίαν Φλέμινγκ είναι η ανθρωπιά που εμφυσά στους χαρακτήρες. Ο Μποντ αποκτά βάθος. Δείχνει "ανεμοδαρμένος" σαν σκωτσέζικο τοπίο, γήινος, αξύριστος, μοναχικός και ευάλωτος - αν και πάντα αρρενωπός [Πρώτη φορά τον βλέπουμε να κάνει σεξ στην οθόνη και μάλιστα με μια Ελληνίδα ηθοποιό, την Τόνια Σωτηροπούλου]. Η Μ. είναι μια γερασμένη πονηρή αλεπού που της έχουν κάψει τη φωλιά. Αναπτύσσει μια μητρική σχέση με τον Μποντ, αλλά και - αρνητικά - με τον αποστάτη "γιο", Σίλβα, που νιώθει προδομένος από τη "Μητέρα". Για πρώτη φορά, μας αποκαλύπτεται ότι ο ήρωας έχει παρελθόν, είχε κάποτε μια οικογένεια, μια "εστία" (το Skyfall: ακριβώς εκεί όπου θα παιχτεί το τέλος του δράματος).


Κατά τα άλλα, η περιπέτεια - ανανεωμένη - είναι πάντα εκεί, όπως και η υπόσχεση ότι, είτε έτσι είτε αλλιώς, η σειρά θα συνεχισθεί.

[Τρέιλερ του Skyfall με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]


Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Ο έρωτας της βασίλισσας [En kongelic affaere - Νικολάι Αρσέλ, 2012]

Με ιδιαίτερη χαρά είδα να είναι υποψήφια για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας η ταινία από τη Δανία Ο έρωτας της βασίλισσας [διεθνής τίτλος: A Royal Affair] του Νικολάι Αρσέλ. Ο σκηνοθέτης είναι από την πλευρά της μητέρας του ελληνικής καταγωγής και μάλιστα - όπως δηλώνει σε συνέντευξή του στο Βήμα - έρχεται κάθε χρόνο στη Μυτιλήνη όπου ζουν οι συγγενείς της μητέρας του. Η συγκεκριμένη ταινία είναι η τέταρτη που γυρίζει και πιθανότατα θα αποδειχθεί η πιο επιτυχημένη. Απ' όσο γνωρίζω, δεν έχει προβληθεί στις ελληνικές αίθουσες, αλλά μπορεί κανείς να τη βρει εύκολα στο διαδίκτυο - όπως κι εγώ, άλλωστε. Ο Αρσέλ στηρίχτηκε στην πραγματική ιστορία του Χριστιανού Ζ' (βασιλιά της Δανίας από το 1766 ως το 1808) και της συζύγου του Καρολίνας-Ματθίλδης, η οποία συνήψε ερωτική σχέση με τον Γερμανό βασιλικό γιατρό Γιόχαν Φρίντριχ Στρούνζεε.



Η ιστορία μάς δίνεται από τη σκοπιά της νεαρής βασίλισσας, που εξορισμένη πια στη Γερμανία γράφει ένα γράμμα στα παιδιά της για να τους εξηγήσει τι συνέβη. Εννιά χρόνια πριν, το 1766, η 15χρονη αδελφή του βασιλιά της Αγγλίας Γεωργίου Γ' στέλνεται στη Δανία, όπως συνηθιζόταν, για να παντρευτεί τον νεαρό Χριστιανό [Μίκελ Μπόε Φόλσγκααρντ], που μόλις έχει ανέλθει στον θρόνο. Η νεαρή βασίλισσα νιώθει ξένη στην καινούργια πατρίδα της και αρνείται να παίξει τον διακοσμητικό ρόλο που της επιφυλάσσουν, μια και γρήγορα διαπιστώνει πως αυτό που περιμένουν απ΄αυτήν είναι να φέρει στον κόσμο έναν διάδοχο για τον θρόνο και να μείνει στην αφάνεια. Ο νεαρός βασιλιάς τής φέρεται όπως στις πόρνες με τις οποίες συναναστρέφεται και γρήγορα απομακρύνει από την Αυλή τις ελάχιστες έμπιστές της. Απομονωμένη εντελώς, η ευαίσθητη και πνευματικά ανήσυχη Καρολίνα-Ματθίλδη [Αλίσια Βικάντερ] θα αισθανθεί πνευματική (και σύντομα σωματική) έλξη για τον Γερμανό γιατρό του βασιλιά. Ο Στρούνζεε [Μαντς Μίκελσεν] είναι οπαδός των νέων επαναστατικών ιδεών του Διαφωτισμού και χαίρει της απόλυτης εμπιστοσύνης και φιλίας του Χριστιανού. Στη βασιλική αυλή της Δανίας πλέκεται ένα πολύπλοκο παιχνίδι έρωτα, φιλίας και εξουσίας, που θα χρειαστεί πολύ λεπτές ισορροπίες για να μην καταρρεύσει καταστρέφοντας τους εμπλεκόμενους.



Ο Αρσέλ δεν περιορίζεται να μας αφηγηθεί την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας που βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον και προσπαθεί να βρει διέξοδο σ' έναν  απονενοημένο έρωτα. Εικονογραφεί μια ολόκληρη εποχή, όπου το παλιό πεθαίνει χωρίς ακόμη να μπορεί να γεννηθεί το καινούργιο. Δεν αρκείται στην περιγραφή της εξέλιξης της καταδικασμένης σχέσης και του τριγώνου που διαμορφώνεται μεταξύ των δύο εραστών και του (τρελού;) βασιλιά, αλλά εμβαθύνει στις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στις διάφορες ομάδες συμφερόντων που έχουν καταστήσει τον Χριστιανό έναν διακοσμητικό μονάρχη για να εξυπηρετούν μια καταπιεστική ολιγαρχία, γαντζωμένη στην εξουσία κόντρα στα μηνύματα των καιρών. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η ταινία δείχνει επίσης τις δυσκολίες μιας διάδοχης κατάστασης να προχωρήσει σε απρόσκοπτες μεταρρυθμίσεις. Ο Στρούνζεε αποδεικνύεται δέσμιος των προσωπικών του αντιφάσεων και ευάλωτος στις συνωμοσίες των αυλικών με προεξάρχουσα τη μητριά του Χριστιανού, Γιουλιάνα Μαρία [Τρίνε Ντίρχολμ].



Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι άψογα και η σκηνοθεσία καταφέρνει να κρατάει τις λεπτές ισορροπίες δίνοντάς μας ένα σφιχτοδεμένο σύνολο. Τα γκριζαρισμένα χρώματα με τα οποία ζωγραφίζεται η Βασιλική Αυλή εναλλάσσονται με τις ευτυχισμένες φωτεινές στιγμές των δύο εραστών για να καταλήξουν δεόντως στις νυχτερινές σκηνές της πτώσης των μεταρρυθμιστών. Ο Φόλσγκααρντ δίνει έναν αμφιλεγόμενο Χριστιανό, ανοιχτό σε πολλές ερμηνείες, ενώ ο Μίκελσεν παίζει συγκρατημένα και πειστικά τον αντιφατικό Στρούνζεε. Συνολικά, Ο έρωτας της βασίλισσας είναι μια πολύ αξιόλογη ταινία που συγκινεί και προβληματίζει. Της ευχόμαστε καλή επιτυχία στα Όσκαρ αν και θεωρούμε ότι ήδη είναι σημαντικό το ότι είναι στην τελική λίστα. Εξ άλλου, ποτέ τα φανταχτερά ανθρωπάκια δεν ήταν σφραγίδα ποιότητας. Ελπίζουμε, επίσης, σύντομα να βρει τον δρόμο προς τις ελληνικές αίθουσες προβολής.

[Δείτε τρέιλερ του Έρωτα της Βασίλισσας στα αγγλικά από το YouTube]