Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Κι αν σου κάτσει; [Whatever Works - Γούντι Άλεν, 2009]

Το Κι αν σου κάτσει; του Γούντι Άλεν ξεκινάει με ένα τραγουδάκι του Γκράουτσο Μαρξ να παίζει την ώρα που στην οθόνη βλέπουμε τους τίτλους της αρχής. Φυσικά, δεν είναι καθόλου τυχαία η επιλογή. Πέρα από το ό,τι τα λόγια του τραγουδιού συνοψίζουν την αίσθηση προσωρινότητας της ζωής που θέλει να μας μεταδώσει ο μεγάλος Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης [“Hello, I must be going”], αποτελεί ταυτόχρονα και έναν φόρο τιμής στον κωμικό που τον επηρέασε ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Άλλωστε, το είχε κάποτε ο ίδιος δηλώσει ότι ο Γκράουτσο ήταν στην κορυφή της λίστας με τους λόγους για τους οποίους συνέχιζε να ζει.

Σήμερα, που ο Άλεν πλησιάζει πια τα 80, είναι καιρός να αποτιμηθούν όλα αυτά που έφερε στον σύγχρονο κινηματογράφο. Όταν πρωτοεμφανίστηκε, στη δεκαετία του 1960, στο σινεμά επικρατούσε η φαρσοκωμωδία με έμφαση στην κίνηση – αποκορύφωμα το καταπληκτικό Πάρτι του Μπλέικ Έντουαρντς με τον Πίτερ Σέλερς [1968]. Ο γυαλάκιας από το Μπρονξ έδωσε στην κωμωδία υπαρξιακό βάθος, σοφιστικέ διαλόγους με ανυπέρβλητο λεκτικό χιούμορ και φοβερές ατάκες, και έναν μοναδικό νευρωτικό σπασίκλα ήρωα που του επέτρεπε να επιδίδεται σε έναν αμείλικτο αυτοσαρκασμό.



Ακόμη κι όταν αργότερα σταμάτησε να ασχολείται αποκλειστικά με την κωμωδία κι άρχισε να καταπιάνεται με άλλα είδη [δείχνοντας την επίδραση πάνω του Ευρωπαίων κινηματογραφιστών όπως ο Μπέργκμαν και ο Φελίνι], οι ταινίες του ποτέ δεν έπαψαν να διαθέτουν το γνωστό εκλεπτυσμένο χιούμορ. Άλλωστε, όλες – όσο διαφορετικές κι αν είναι – κατά βάθος με τα ίδια θέματα καταπιάνονται: έρωτας, θάνατος, το νόημα της ζωής – ή η ανυπαρξία του. Είναι προφανής η επίδραση του Υπαρξισμού στο έργο του και η αίσθηση του παραλόγου, συνδυασμένη με το παράδοξο που φέρνει η εβραϊκή παράδοση. [ Όπως λέει κάπου: «Έγραψα ένα τεστ στον Υπαρξισμό – άφησα όλα τα ερωτήματα αναπάντητα και πήρα άριστα.»]


Το χιούμορ του στηρίζεται σε δύο, κυρίως, άξονες:

  •             Στο ανακάτεμα σπουδαίων ζητημάτων με πεζά, καθημερινά πράγματα. Πχ, «Όχι μόνο δεν υπάρχει Θεός, αλλά κυριακάτικα στη Νέα Υόρκη ούτε υδραυλικό δεν βρίσκεις.»
  •             Στην αντιστροφή γνωστών κλισέ. Πχ, «Κάποτε ο παππούς μου μού χάρισε μια σφαίρα. Τη φύλαξα στο σακάκι μου, στην τσέπη της καρδιάς. Όταν σε έναν καβγά, μου πέταξαν μια Βίβλο, η σφαίρα μού έσωσε τη ζωή.»


Όλα τα παραπάνω τα συναντάμε κατά κόρο στο Κι αν σου κάτσει;. Μπορεί να γυρίστηκε το 2009, αλλά η πρώτη σεναριακή μορφή του ανάγεται στη δεκαετία του 1970. Είναι λοιπόν ένας Γούντι Άλεν απ’ τα παλιά. Η πιο σημαντική διαφορά είναι πως τον νευρωτικό ήρωα παίζει ο άγνωστος στην Ελλάδα ηθοποιός Λάρι Ντέιβιντ. Ο Μπόρις Γέλνικοφ είναι ένας 60άρης Νεοϋορκέζος, πρώην καθηγητής πανεπιστημίου, παρ’ ολίγον υποψήφιος νομπελίστας φυσικός, και νυν καθόλου υπομονετικός δάσκαλος σκακιού, που γεμάτος θεωρίες και ιδιοτροπίες προσπαθεί να ζήσει παρά τη βαθιά του πεποίθηση για το παράλογο του κόσμου ετούτου. Ο κυνικός Μπόρις θα δει την τακτοποιημένη του αλλά άχαρη ζωή να ανακατεύεται όταν περιμαζεύει από οίκτο την 20χρονη Μέλοντι [Έβαν Ρέιτσελ Γουντ] που έφυγε από το σπίτι της στον Νότο για να βρει την τύχη της στην αμερικανική μεγαλούπολη. Η απλοϊκή νεαρή δεν μπορεί αρχικά να παρακολουθήσει το χιούμορ και τον εξεζητημένο τρόπο σκέψης του πρωτευουσιάνου διανοούμενου. Σιγά-σιγά όμως επηρεάζεται από αυτόν – ξεκαρδιστικός ο τρόπος που προσπαθεί να μιλήσει σαν αυτόν χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνει τι λέει – και βέβαια αρχίζει κι εκείνη να επιδρά πάνω του. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν στην υπόθεση προστίθενται και άλλα πρόσωπα δημιουργώντας απίθανα κωμικές καταστάσεις.


Ίσως η ελληνική μετάφραση του Whatever Works να θολώνει κάπως αυτό που έχει κατά νου ο σκηνοθέτης και μαρτυρά εύγλωττα ο τίτλος: πάρε τη ζωή σου όπως έρθει, χωρίς προκατασκευασμένες αντιλήψεις, διάλεξε αυτό που σε βοηθάει να ζήσεις κι όχι αυτό που «πρέπει». Ωστόσο, η ταινία δεν χρήζει κάποιας ερμηνευτικής διαμεσολάβησης. Όλα είναι κρυστάλλινα και απολαυστικά, με τον παλιό καλό τρόπο του Γούντι Άλεν, με τις χαλαρά στημένες σκηνές, τα μεσαία καδραρίσματα, την ευκίνητη κάμερα, με τον πρωταγωνιστή συχνά να απευθύνεται στο κοινό σαν να επιδιώκει την υποστήριξή του. Όλα δίνουν μια αμεσότητα, μια ελαφρότητα, μια προσωρινότητα. Σαν να σου λέει: Αυτό που βλέπεις είναι περαστικό, φευγαλέο. Δεν έχουν σημασία οι απαντήσεις. Σημασία έχει να αναρωτιέσαι, να σκέφτεσαι, να ζεις.

[Τρέιλερ του Whatever Works από το YouTube]




Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Τζάνγκο: Ο Τιμωρός [Django Unchained - Κουέντιν Ταραντίνο, 2012]

Δεν θα έλεγα ότι το κλίμα που έβλεπα να διαμορφώνεται απέναντι στην τελευταία ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο με ενέπνεε να την παρακολουθήσω. Δεξιά κι αριστερά άκουγα για αδικαιολόγητη επίδειξη βίας και για επανάληψη των εμμονών του σκηνοθέτη [ποιος σκηνοθέτης άραγε δεν έχει εμμονές;]. Με κρύα καρδιά ξεκίνησα να το βλέπω, αλλά ο Τζάνγκο: Ο Τιμωρός [αδυνατώ να καταλάβω γιατί οι διανομείς δεν μετέφεραν το όνομα στα ελληνικά] με καθήλωσε από τις πρώτες σκηνές. Έχοντας δει πριν από χρόνια τον Τζάνγκο [1966] του Σέρτζιο Κορμπούτσι, φοβόμουν πως ο Τιμωρός θα ήταν κάποια μορφή sequel. Καμιά σχέση. Πέρα από κάποιες γενικές ιδέες, αναφορές, τραγούδια [καταπληκτικές οι μουσικές επιλογές] και την παρουσία του τότε πρωταγωνιστή, του Φράνκο Νέρο, σε έναν μικρό ρόλο, το σενάριο είναι εντελώς πρωτότυπο. Αυτό που παρακολουθούμε εδώ είναι ένα συγκλονιστικό ξανακοίταγμα στο ιστορικό παρελθόν των Ηνωμένων Πολιτειών και στη Δουλεία. Και όσο κι αν αυτό ενόχλησε πολλούς - "λευκούς" και "μαύρους" [οι όροι δεν είναι πια "πολιτικά ορθοί"], για διαφορετικούς λόγους - κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο Ταραντίνο το κάνει με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο.


Δύο χρόνια πριν την έναρξη του Αμερικανικού Εμφύλιου Πολέμου, ο Δόκτωρ Κινγκ Σουλτς [Κρίστοφ Βαλτς], Γερμανός μετανάστης, πρώην οδοντίατρος και νυν κυνηγός επικηρυγμένων, ελευθερώνει τον σκλάβο Τζάνγκο [Τζέιμι Φοξ] για να τον βοηθήσει να αναγνωρίσει κάποιους καταζητούμενους. Οι δυο τους θα σχηματίσουν ένα ιδιότυπο ζευγάρι ανθρώπων του νόμου που θα καταφέρει να εξοντώσει επικερδώς όσους παράνομους βρεθούν στον δρόμο τους. Όμως, ο πλουτισμός δεν είναι αυτό που επιδιώκει ο Τζάνγκο. Ο σκοπός του είναι να βρει τη γυναίκα του, την Μπρουμχίλντα [Κέρι Γουάσινγκτον], που για τιμωρία πουλήθηκε χωριστά από αυτόν. Ο Σουλτς υπόσχεται να τον βοηθήσει. Η αναζήτησή τους θα τους οδηγήσει στην Κάντιλαντ και στον ιδιοκτήτη της Κάλβιν Κάντι [Λεονάρντο Ντι Κάπριο]. Ο ιδιόρρυθμος Νότιος "ευγενής" (και "φρενολόγος", όπως ισχυρίζεται) Κάντι βάζει σκλάβους να παλεύουν μεταξύ τους μέχρι θανάτου. Έχει μια προσωπική ημιπαρανοϊκή αίσθηση περί τιμής και δικαιοσύνης, ψευτοαριστοκρατικούς τρόπους, φρικτό γούστο, μια χήρα αδερφή - κάπως μπαγιάτικη εκδοχή της Νότιας αριστοκράτισσας καλλονής - και έναν πιστό γέρο σκλάβο - σχεδόν πατέρα, σύμβουλο και άγρυπνο Κέρβερο, φρουρό των συμφερόντων του - τον Στίβεν [Σάμιουελ Λ. Τζάκσον]. Σουλτς και Τζάνγκο καταστρώνουν ένα επικίνδυνο σχέδιο για να πάρουν την Μπρουμχίλντα. Θα μπορέσουν όμως να ξεφύγουν από την Κόλαση της Κάντιλαντ;


Ο Ταραντίνο αφηγείται την ιστορία του με καταπληκτικό τρόπο. Με οικονομία όπου χρειάζεται, με παρεκβάσεις που φωτίζουν τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών του και με ένα εντυπωσιακά ελεύθερο μοντάζ που παρακολουθεί τις σκέψεις και τις αναμνήσεις του Τζάνγκο. Το στοιχείο που κυρίως αναδεικνύεται στον Τζάνγκο είναι η δύναμη της λογικής και των επιχειρημάτων. Ο φορέας της ευρωπαϊκής κουλτούρας, Σουλτς, οπλισμένος με τον λόγο του, μπορεί να μπει σε οποιοδήποτε άντρο σαδιστών εγκληματιών και να βγει αλώβητος χάρη στην ευφράδειά του. Τα όπλα είναι η τελευταία του καταφυγή. Ο απελεύθερος (freeman) Τζάνγκο θα μάθει από τον Γερμανό τη χρήση όχι μόνο των όπλων αλλά και της γλώσσας.


Ο Τζάνγκο έχει ως βασικό κίνητρό του την αγάπη του για τη γυναίκα του. Το χρήμα (και οι νόμιμοι φόνοι που διαπράττει) είναι για αυτόν το μέσο για να φθάσει στον σκοπό του: στην ανάκτηση της αγαπημένης του. Αναρωτιέται κανείς όμως ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Σουλτς αποφασίζει να τον βοηθήσει. Αρκεί ως εξήγηση το γεγονός πως η Μπρουμχίλντα έχει γερμανικό όνομα και μιλάει γερμανικά (η ιδιοκτήτριά της ήταν Γερμανίδα) για να συγκινηθεί ο κυνηγός κεφαλών; Μήπως ήταν ο παραλληλισμός της ιστορίας των δύο σκλάβων με τον έρωτα της Μπρουμχίλντα και του Ζίγκφριντ στην γερμανική μυθολογία (όταν την αφηγείται στον Τζάνγκο, εκείνος κρέμεται απ' τα χείλη του); Όπως και να 'χει, το γεγονός είναι ότι οι δυο ήρωες αλληλοσυμπληρώνονται και εμπλουτίζουν ο ένας τον άλλον. Από την άλλη, έχουμε το δίδυμο Κάντι-Στίβεν που επίσης συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον, αλλά ως δυνάστες. Είναι λοιπόν πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η (ιδεολογική, θα έλεγα) μετατόπιση, από την κοινωνική θέση στην οποία ανήκουν, των δύο: του Σουλτς και του Στίβεν.


Πολλοί ενοχλήθηκαν από την υπερβολική χρήση του μειωτικού όρου nigger στην ταινία αλλά και για το ότι η ταινία ηρωοποιεί (βλέπουμε τη λατρεία στα μάτια των σκλάβων, προς το τέλος) τον επαναστατημένο Τζάνγκο ενώ αφήνει τους υπόλοιπους καταπιεσμένους στην άγνοια και στη μιζέρια τους. Ναι, μα ο Ταραντίνο δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να μας μεταφέρει μια ιστορική πραγματικότητα [έτσι αποκαλούνταν οι μαύροι που, άλλωστε, δεν εξεγέρθηκαν ποτέ σε οργανωμένη μαζική κλίμακα]. Και το κάνει με πολύ καυστικό τρόπο: θυμηθείτε το όταν θα βλέπετε την "επέλαση" των Regulators, προκατόχων της Κου-Κλουξ-Κλαν, και τη γελοία συζήτησή τους για τις κουκούλες [εδώ υπάρχει αναφορά και στην ταινία του Κορμπούτσι, όπου οι άνδρες του Ταγματάρχη Τζάκσον φορούσαν κόκκινες κουκούλες]. Όσο για την υπερβολή στους σκοτωμούς, νομίζω ότι αποτελεί απλή στιλιστική επιλογή που θα ήταν αφέλεια να ερμηνευτεί ως αποδοχή της βίας. Άλλωστε, η κάμερα δεν προσηλώνεται ιδιαίτερα σε τίποτα που να προκαλεί σοκ στον θεατή.


Αναπάντεχα - για μένα - ο Ταραντίνο με τον Τζάνγκο: Ο Τιμωρός μάς δίνει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της χρονιάς που πέρασε, σε ευθεία αντιπαράθεση με όλες εκείνες τις "πατριωτικές" παραγωγές που κυριάρχησαν στις αίθουσες και στα Όσκαρ. Πιστεύω πως αν τη δει κανείς χωρίς να είναι προκατειλημμένος, θα απολαύσει μια μεστή ταινία αντάξια του ονόματος του σκηνοθέτη.


[Δείτε τρέιλερ του Τζάνγκο: Ο Τιμωρός με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]





Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Χόμπιτ: Ένα αναπάντεχο ταξίδι [Πίτερ Τζάκσον, 2012]

Ο Νεοζηλανδός Πίτερ Τζάκσον είναι ένας αξιόλογος σκηνοθέτης που οι περισσότεροι γνωρίσαμε μέσα από την τριλογία Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών. Είχε καταφέρει εκεί να συνδυάσει το φανταστικό με το επικό, δίνοντάς μας μια απολαυστική μεταφορά του αριστουργήματος του Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν. Εδώ θα καταπιαστεί με το βιβλίο όπου είχε γεννηθεί ο μύθος της Μέσης Γης, το Χόμπιτ [πρώτη έκδοση: 1937 - Ο Άρχοντας κυκλοφόρησε σε τρεις συνέχειες το 1954-1955], αντιστρέφοντας τα δεδομένα, δηλαδή μετατρέποντας το προοίμιο σε prequel (= πρωθύστερη συνέχεια). Αρχικά η σκηνοθεσία είχε ανατεθεί στον Γκιγιέρμο ντελ Τόρο [Ο λαβύρινθος του Πάνα] αλλά εκείνος εγκατέλειψε, περιοριζόμενος σε μια συμμετοχή του στο σενάριο. Οι άλλες δύο συνέχειες του Χόμπιτ, The Desolation of Smaug και There and Back Again, προβλέπεται να κυκλοφορήσουν τον Δεκέμβριο του 2013 και τον Δεκέμβριο του 2014 αντίστοιχα.


Στο Χόμπιτ: Ένα αναπάντεχο ταξίδι [The Hobbit: An Unexpected Journey], ο Χόμπιτ Μπίλμπο Μπάγκινς (Ίαν Χολμ) σε προχωρημένη ηλικία μάς αφηγείται την απαρχή της ιστορίας. Στο σπίτι του στο Σάιρ, τη χώρα των Χόμπιτ (κάτι ανάμεσα σε νάνους και ανθρώπους, για όσους δεν γνωρίζουν το έργο του Τόλκιν), ο νεαρός Μπίλμπο (Μάρτιν Φρίμαν), τακτοποιημένος στη θαλπωρή της εργένικης ζωής του, θα δεχτεί την επίσκεψη του μάγου Γκάνταλφ (Ίαν ΜακΚέλεν) και στη συνέχεια μιας σαματατζίδικης παρέας νάνων με επικεφαλής τον Θόριν τον Δρύασπι (Ρίτσαρντ Άρμιτρατζ), εξόριστο βασιλιά του Μοναχικού Βουνού μετά την καταστροφή του Βασιλείου του Έρεμπορ από τον Δράκο Σμάουγκ (Νοσφιστή, στην ελληνική μετάφραση). Παρουσιάζοντας έναν χάρτη που δείχνει μια μυστική πόρτα από όπου οι νάνοι μπορούν να μπουν στο Μαγικό Βουνό για να το ανακαταλάβουν, ο Γκάνταλφ ζητάει από τον άναυδο Μπίλμπο να συμμετάσχει στην αποστολή ως "διαρρήκτης".


Αν το παιδί μέσα σας αρνείται να βγει στην επιφάνεια (αδυνατώ να πιστέψω πως δεν υπάρχει πια), ίσως το ονειρικό παραμύθι που στήνει (πάλι) ο Τζάκσον να σας φανεί αδιάφορο. Αν όμως, σαν παιδιά, αφεθείτε στη μαγεία της τρισδιάστατης (γυρισμένης σε 48 καρέ ανά δευτερόλεπτο αντί για τα στάνταρ 24) εικονογράφησης των περιπετειών της Μέσης Γης, θα ζήσετε μερικές απολαυστικές στιγμές συνοδεύοντας τη συντροφιά των νάνων, του Γκάνταλφ και του Μπίλμπο στην επικίνδυνη αποστολή τους. Όσοι έχετε διαβάσει το μυθιστόρημα, ακόμη καλύτερα. Άλλωστε, ακριβώς στις χώρες όπου το κοινό είναι εξοικειωμένο με τη λογοτεχνία του Τόλκιν έχουν και οι ταινίες τη μεγαλύτερη απήχηση.


Η σύγκριση με τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών είναι βέβαια αναπόφευκτη και μάλλον δεν αποβαίνει υπέρ της καινούργιας παραγωγής του Τζάκσον. Νομίζω ότι ο λόγος έγκειται κυρίως στην οικονομία της αφήγησης. Στο Χόμπιτ υπάρχουν σκηνές που νιώθεις ότι τραβούν σε μάκρος [πχ, η συνάντηση του Γκάνταλφ με την Γκαλάντριελ (Κέιτ Μπλάνσετ) και τον Σάρουμαν (Κρίστοφερ Λι) ή το επεισόδιο με το Γκόλουμ], ενώ κάπου κάπου το μοντάζ, όταν μερικές φορές χωρίζουν οι συνταξιδιώτες, πηγαινοέρχεται κόβοντας τον ρυθμό. Και φυσικά είναι προφανές ότι με λιγότερη επιείκεια αντιμετωπίζει κανείς μια συνέχεια πάνω στα ίδια μονοπάτια. Η αλήθεια είναι ότι - απ' όσο θυμάμαι τα βιβλία του Τόλκιν που διάβασα πολλά χρόνια πριν -  ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών δείχνει και μυθιστορηματικά πιο μεστός. Ωστόσο, κρίνοντας από το αποτέλεσμα, θα έλεγα ότι ο Τζάκσον κάνει λάθος στην επιλογή του να γυρίσει ένα βιβλίο 300 περίπου σελίδων σε τριλογία χρονικής διάρκειας περίπου ίσης με τον Άρχοντα, ένα βιβλίο συνολικά πάνω από 1100 σελίδες. Υποψιάζομαι ότι ο λόγος δεν είναι οι πραγματικές ανάγκες της κινηματογραφικής μεταφοράς του μυθιστορήματος...



Χωρίς να θέλω να υποβαθμίσω την προσπάθεια του Τζάκσον αλλά και τη δική μου απόλαυση του μεγαλύτερου μέρους της ταινίας [η τελική σεκάνς, για παράδειγμα, ήταν καθηλωτική], πιστεύω ότι μια πιο "συμμαζεμένη" (και χρονικά) εκδοχή θα ασκούσε περισσότερη σαγήνη στον θεατή. Παρά τις θετικές κριτικές και την εισπρακτική επιτυχία του Αναπάντεχου ταξιδιού, φοβάμαι πως οι επόμενες συνέχειες, που προσωπικά θα αναμένω με αγωνία, δύσκολα θα προσελκύσουν ένα εξίσου μεγάλο κοινό. Οψόμεθα.


[Δείτε τρέιλερ του Χόμπιτ: Ένα αναπάντεχο ταξίδι με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]


Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Η ζωή του Πι [Life of Pi - Ανγκ Λι, 2012]

Το ομώνυμο βιβλίο του Γιαν Μαρτέλ, στο οποίο στηρίχτηκε η ταινία, βραβεύτηκε με το Βραβείο Μπούκερ το 2002 και θεωρείται ιδιαίτερα επιτυχημένο - ο Πρόεδρος Ομπάμα έγραψε ένα γράμμα στον συγγραφέα όπου το χαρακτηρίζει ως "μια κομψή απόδειξη της ύπαρξης του Θεού και της δύναμης της αφήγησης". Ο ταϊβανέζικης καταγωγής Αμερικανός σκηνοθέτης Ανγκ Λι [Τίγρης και Δράκος, Χαλκ, Το μυστικό του Brokeback Mountain, Προσοχή, πόθος] ανέλαβε να γυρίσει την ταινία αφού την είχαν - προφανώς λόγω των δυσκολιών - εγκαταλείψει αρκετοί σκηνοθέτες, μεταξύ των οποίων ο Αλφόνσο Κουαρόν και ο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν.

Η επαφή μου με τη Ζωή του Πι ξεκίνησε όταν ένας στενός φίλος με ρώτησε αν ήταν κατάλληλη για την 11χρονη κόρη του. Δεν την είχα δει ούτε έχω διαβάσει το βιβλίο οπότε αδυνατούσα να του δώσω απάντηση. Έψαξα λίγο στο διαδίκτυο και μου φάνηκε ότι τα θέματα που έθιγε ήταν κάπως βαριά για παιδιά του Δημοτικού. Όταν όμως ξεκίνησα να τη βλέπω, ήρθε δίπλα μου ο 12χρονος γιος μου και, παρ' όλο που αρχικά δήλωσε ότι "δεν είχε όρεξη για ταινία", μαγεύτηκε τόσο πολύ από τις εικόνες της που δεν ξεκόλλησε από κοντά μου.


Ο Πι είναι ένας μικρός Ινδός από το Ποντιτσέρι ("Γαλλική" Ινδία - δεν ήξερα ότι υπήρχε κάτι τέτοιο) που ο πατέρας του είχε την εκκεντρική (και ατυχή;) ιδέα να του δώσει το όνομα μιας παρισινής πισίνας. Φανταστείτε τι προκαλούσε στους συμμαθητές του το όνομα Piscine (Molitor) που συνηχούσε με το αγγλικό pissing (= κατούρημα). Ο μικρός αποφασίζει να το αλλάξει σε Πι (π = ο άρρητος αριθμός που χρησιμοποιείται στην Ευκλείδειο Γεωμετρία), δημιουργώντας τεράστια αίσθηση στο σχολείο. Έπειτα παρακολουθούμε τα εφηβικά του χρόνια, τις θρησκευτικές, υπαρξιακές, ερωτικές και λοιπές ανησυχίες του. Στα 16 του, η οικογένεια αποφασίζει λόγω της πολιτικής κατάστασης να μεταναστεύσει στον Καναδά. Ο πατέρας του, ιδιοκτήτης ζωολογικού κήπου, παίρνει μαζί του τα ζώα για να τα πουλήσει. Στη διάρκεια όμως του ταξιδιού, το πλοίο πέφτει σε τρικυμία και βυθίζεται. Ο νεαρός Πι βρίσκεται μόνος του πάνω σε μια σωστική λέμβο, μαζί με μερικά ζώα, μεταξύ των οποίων και έναν εξαιρετικά επικίνδυνο τίγρη της Βεγγάλης με το ανθρώπινο όνομα Ρίτσαρντ Πάρκερ (μαθαίνουμε ότι πήρε το όνομα του κυνηγού που τον έπιασε μικρό, χάρη σε ένα γραφειοκρατικό λάθος). Ο Πι έχει ήδη δει πώς ο Ρίτσαρντ Πάρκερ κατασπαράζει τη λεία του. Πώς θα μπορέσουν το νεαρό αγόρι με το όνομα αριθμού και ο τίγρης με το ανθρώπινο όνομα να συμβιώσουν στον περιορισμένο χώρο της βάρκας;


Ο Ανγκ Λι δημιουργεί μια ονειρική ταινία. Ένα παραμύθι με παιγνιώδη διάθεση που φαίνεται ήδη από την αρχή, όταν εμφανίζονται οι τίτλοι. Οι εικόνες του ναυαγού Πι πάνω στη λέμβο είναι μαγευτικές. Σπάνια έχω δει τέτοια εικαστική πανδαισία στην οθόνη, και μάλιστα ενσωματωμένη τέλεια στην πλοκή (για να θυμηθώ κάποιες ενστάσεις μου για Το δέντρο της ζωής του Τέρενς Μάλικ). Αν όμως το αισθητικό μέρος της ταινίας ήταν τουλάχιστον χορταστικό και οι διάλογοι διανθισμένοι με ευπρόσδεκτο χιούμορ, δεν θα μπορούσα να πω το ίδιο για τον μάλλον κοινότοπο μεταφυσικό προβληματισμό της. Κάτι τέτοιο βέβαια θα πρέπει μάλλον να χρεωθεί στο βιβλίο. Ο Λι γυρίζει με περισσή φαντασία τα επεισόδια πάνω στη βάρκα, υπονομεύοντας με συναρπαστικό τρόπο την αληθοφάνεια της εικόνας. Την όλη ιστορία αφηγείται ο ενήλικος πια Πι στον συγγραφέα, στο σπίτι του στο Μόντρεαλ του Καναδά όπου ζει. Να έζησε πραγματικά όλα όσα περιγράφει ή πρόκειται για μια "μεταφυσική" του εμπειρία, ένα όραμα που προξένησαν η δίψα, η πείνα και ο ήλιος;


Μπορεί η μεταφυσική διάσταση της Ζωής του Πι να μην καταφέρνει να προσφέρει κάτι αξιόλογο και πρωτότυπο, αλλά η αισθητική απόλαυση σε αποζημιώνει με το παραπάνω. Το υδάτινο στοιχείο με τους άπειρους χρωματισμούς του, οι εικόνες του νυχτερινού ουρανού, οι φωσφορισμοί του ωκεανού, οι καταπληκτικές σκηνές στο πλωτό νησί θα μείνουν αξέχαστα στον θεατή. Και αυτό είναι που πιστώνεται στον Λι. Τελικά, η απάντηση στον φίλο μου είναι: "Ναι, Η ζωή του Πι μπορεί κάλλιστα να καταγοητεύσει κάθε ηλικία".


[Δείτε τρέιλερ της Ζωής του Πι με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]




Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Zero Dark Thirty [Κάθριν Μπίγκελοου, 2012]

Zero Dark Thirty στη στρατιωτική αργκό σημαίνει κάποια ώρα μέσα στη νύχτα. Αναφέρεται, υποθέτω, στη χρονική στιγμή κατά την οποία διεξάγεται η επιχείρηση εξόντωσης του Οσάμα μπιν Λάντεν, αλλά και γενικότερα στην κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Αμερική και ο κόσμος μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους στις 11/9/2001. Η ταινία της Κάθριν Μπίγκελοου ξεκινάει χαρακτηριστικά με μαύρο πλάνο (διάρκειας 90 δευτερολέπτων) όπου ακούγονται ηχογραφημένα ντοκουμέντα από εκείνη τη μέρα. Προφανώς, εμείς δεν νιώθουμε την ένταση αυτού του μαύρου πλάνου με τον ίδιο τρόπο που τα προσλαμβάνει ένας Αμερικάνος πολίτης. Αλλά ίσως μπορούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει για τον λαό μίας Υπερδύναμης να πλήττεται με τέτοιον τρόπο μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Νομίζω πως αυτό είναι το κλειδί για την ερμηνεία του Zero Dark Thirty.


Το φιλμ της Μπίγκελοου ήταν υποψήφιο για 5 Όσκαρ (μεταξύ άλλων Καλύτερης Ταινίας και Α' Γυναικείου Ρόλου) αλλά τελικά κατάφερε να κερδίσει μόνο ένα τεχνικής φύσης, για το Μοντάζ Ήχου, κι αυτό από μισό με το Skyfall. Η σκηνοθέτρια έχει κερδίσει Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας για την προηγούμενη κινηματογραφική παραγωγή της, το Hurt Locker [2008], που αναφέρεται στον πόλεμο του Ιράκ - δεν έχω καταφέρει ακόμη να τη δω μια και οι πολεμικές (αλλά και οι αντιπολεμικές) ταινίες συνήθως με κάνουν να πλήττω. Δεν θα είχα πιθανόν αντιμετωπίσει διαφορετικά το Zero Dark Thirty αν δεν υπήρχε η επικαιρότητα του θέματος και τα αμφιλεγόμενα σχόλια που είχα ακούσει.


Μετά το προαναφερθέν μαύρο πλάνο, μεταφερόμαστε 2 χρόνια αργότερα σε μια φυλακή κάπου στο Πακιστάν όπου Άραβες κρατούμενοι βασανίζονται για να αποκαλύψουν ονόματα, στόχους και άλλες πληροφορίες. Η πράκτορας της CIA Μάγια (Τζέσικα Τσαστέιν) στην αρχή παρακολουθεί με δυσκολία τις ανακρίσεις. Σιγά- σιγά θα μπει στο κλίμα "του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία" που διεξάγουν οι ΗΠΑ. Όταν κάποια στιγμή θα βρει μια άκρη του νήματος που μπορεί ίσως να την οδηγήσει στο κρησφύγετο του Μπιν Λάντεν, αφιερώνεται ολόψυχα στην αποστολή αυτή πιέζοντας τελικά - όταν οι προσπάθειές της τελεσφορούν, αρκετά χρόνια μετά - τους πάντες να ξεπεράσουν τους δισταγμούς τους και να διακινδυνεύσουν μία επιχείρηση εξόντωσης χωρίς αδιάσειστα στοιχεία, απλώς με βάση τη δική της πεποίθηση.


Στην ταινία τίθενται κάποια ενδιαφέροντα ζητήματα που αξίζει να συζητηθούν. Κατ' αρχάς, η θέση της απέναντι στα βασανιστήρια. Η ίδια η Μπίγκελοου δηλώνει πως το γεγονός ότι δείχνει κάτι δεν σημαίνει ότι το επικροτεί. Όμως, όταν οι βασανισμοί κρατουμένων έρχονται αμέσως μετά από το συναισθηματικά φορτισμένο μαύρο πλάνο της αρχής, νομίζω πως ο μέσος θεατής τείνει να τους δικαιολογήσει ως ένα είδος αυτοάμυνας ενταγμένης στη γενικότερη προσπάθεια προστασίας του Δυτικού Κόσμου από την τρομοκρατική απειλή. Όσο αποστασιοποιημένα και αν προσπαθεί να κινηματογραφήσει τις εν λόγω σκηνές η σκηνοθέτρια - ίσως ακριβώς εξαιτίας και αυτού -, όταν οι "δικοί μας" (οι πρωταγωνιστές) ανακρίνουν τους "άλλους", αντικειμενικά λειτουργεί απολογητικά απέναντι στο γεγονός. Και γενικότερα, το Zero Dark Thirty αντανακλά μια συντηρητική άποψη που υιοθετεί μια μανιχαϊστική αντίληψη και χωρίζει τον κόσμο υπεραπλουστευτικά σε δύο στρατόπεδα - ξέρουμε βέβαια ποιο είναι το "καλό". Ακόμη και στις ίδιες τις ΗΠΑ, η Μπίγκελοου δέχτηκε έντονη κριτική (ένθεν και ένθεν) και ίσως αυτό αντικατοπτρίζεται και στα αποτελέσματα των Όσκαρ, όπου θριάμβευσε το πιο ξεκάθαρα πατριωτικό και λιγότερο ενοχλητικό Argo.


Κατά τα άλλα, η σκηνοθεσία είναι σφιχτοδεμένη και έχει σχεδόν τη μορφή κινηματογραφικού ρεπορτάζ. Οι σκηνές της επιδρομής στο κρησφύγετο του Μπιν Λάντεν με τις νυχτερινές λήψεις του πράσινου των στρατιωτικών διοπτρών είναι για σεμινάριο, παρ' όλες τις ηθικές ενστάσεις που θα μπορούσε να έχει κανείς όταν παρακολουθεί τις "παράπλευρες απώλειες" ανθρώπινων ζωών. Υπάρχει, φυσικά, και η υπαρξιακή διάσταση της μοναχικής γυναίκας που αφοσιώνεται με μονομανία σε έναν σκοπό που την οδηγεί σε σχεδόν απόλυτη απομόνωση και στέρηση οποιασδήποτε προσωπικής ζωής. Αναρωτιέται κανείς ποια μπορεί να είναι τα κίνητρα της Μάγια και στην κατεύθυνση αυτή έχει πολύ ενδιαφέρον η αμφίσημη τελική σκηνή με τη Μάγια να δακρύζει. Θα έλεγα ότι παρά - και πέρα από - την προσωπική δικαίωση, η Μάγια νιώθει ένα απέραντο κενό μέσα της "στο τέλος της μέρας"["Άξιζε τόσες θυσίες;"]. Δεν είναι άραγε αυτό αλήθεια για ολόκληρο τον κόσμο στην "μετατρομοκρατική" εποχή; Αν θέλουμε να δούμε θετικά το Zero Dark Thirty, ας κρατήσουμε στη μνήμη μας αυτή την τελευταία εικόνα.



[Δείτε τρέιλερ του Zero Dark Thirty με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]




Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Παράνομοι [Lawless - Τζον Χίλκοουτ, 2012]

Ο Τζον Χίλκοουτ είναι ο Αυστραλός σκηνοθέτης του Ο δρόμος [2009] (καταπληκτική ταινία βασισμένη στο μελλοντολογικό μυθιστόρημα του Κόρμακ ΜακΚάρθι) και Παράνομη δικαιοσύνη [The Proposition, 2005] (αυστραλιανό γουέστερν σε σενάριο Νικ Κέιβ). Έχει γυρίσει επίσης βιντεοκλίπ με συγκροτήματα όπως οι Depeche Mode, οι Manic Street Preachers και οι Bad Seeds (του Νικ Κέιβ). Ο τελευταίος - επίσης Αυστραλός - έχει γράψει (μαζί με τον Γουώρεν Έλις) και τη μουσική για τις τρεις ταινίες του που έχουν κάνει διεθνή καριέρα. Εκτός από τη μουσική, ο γνωστός τραγουδιστής/τραγουδοποιός έγραψε το σενάριο και για τους Παράνομους, από το βιβλίο The Wettest County in the World του Ματ Μπόντουραντ, εγγονού ενός από τους ήρωες της ταινίας.

Οι Παράνομοι διαδραματίζονται στην κομητεία Φράνκλιν της Βιρτζίνια προς το τέλος της εποχής της Ποτοαπαγόρευσης (συνολικά διήρκεσε από το 1920 ως το 1933) στις ΗΠΑ. Ολόκληρη η περιοχή (η πιο "βρεγμένη" κομητεία του κόσμου, σύμφωνα με το βιβλίο) ασχολείται με την παράνομη παραγωγή ουίσκι και άλλων αλκοολούχων ποτών, τα οποία διακινούνται λαθραία αποφέροντας σημαντικά κέρδη. Τα τρία αδέρφια Μπόντουραντ - Φόρεστ, Χάουαρντ και Τζακ - έχουν στήσει μια ιδιαίτερα επιτυχημένη επιχείρηση, όπου όλα λειτουργούν ρολόι, με την ανοχή της τοπικής αστυνομίας. Όταν το κράτος αποφασίζει να αυστηροποιήσει τους ελέγχους στο λαθρεμπόριο (ώστε να περιορίσει τα διαφυγόντα έσοδα), έρχεται στην περιοχή ο ειδικός πράκτορας Τσάρλι Ρέικς (Γκάι Πιρς) για να επιβάλει με κάθε μέσο τον νόμο. Ο αρχηγός της οικογένειας, Φόρεστ (Τομ Χάρντι), σιωπηρός άντρας με ιδιαίτερη "μαγκιά", δεν θα ανεχτεί την επέμβαση του σαδιστή ψυχοπαθή Ρέικς. Ταυτόχρονα, ο Τζακ Μπόντουραντ (Σάια ΛαΜπεφ), ο μικρός αδερφός, μέσα στην αφέλειά του θα δώσει έναν εύκολο στόχο.


Ο Χίλκοουτ - που έχει ασχοληθεί με τη ζωγραφική και ο ίδιος - φτιάχνει μια αισθητικά απολαυστική ταινία με τα πλάνα του - ιδίως τα νυχτερινά - να βγαίνουν μέσα από πίνακες Αμερικανών ζωγράφων της εποχής (προφανέστατα αναγνωρίσιμη η συνεισφορά του Έντουαρντ Χόπερ). Ξέρει να δημιουργεί σασπένς αλλά και να χαλαρώνει τον θεατή όταν χρειάζεται, επικεντρωνόμενος στον νεανικό έρωτα του Τζακ για την κόρη του τοπικού ιερέα αλλά και στην έλξη του "δύσκολου" Φόρεστ από τη Μάγκι (Τζέσικα Τσαστέιν), μια χορεύτρια από το Σικάγο που έρχεται να δουλέψει στο οικογενειακό καφενείο. Από την άλλη, ο τρίτος αδερφός μένει ουσιαστικά στην κινηματογραφική αφάνεια, παίζοντας δευτερεύοντα ρόλο, με ευθύνη μάλλον του σεναριογράφου Κέιβ.


Στους Παράνομους διακρίνεται η προσπάθεια του κράτους να επιβάλει την κυριαρχία του διαλύοντας την (παράνομη : επειδή δεν αποδίδει φόρους) τοπική οικονομία εφόσον δεν μπορεί να την ελέγξει. Η κεντρική εξουσία δεν ανέχεται sui generis συμπεριφορές, όπως της οικογένειας Μπόντουραντ που ανάγονται σε λαϊκούς ήρωες - χαρακτηριστικός ο μύθος του άτρωτου ή αθάνατου που υπάρχει για τον Φόρεστ. Παρ' όλο που αυτά φαίνονται στην ταινία, ο Χίλκοουτ ουσιαστικά εστιάζει την προσοχή του στις προσωπικότητες των δύο αδερφών, του Φόρεστ και του Τζακ, στην αντίθεσή τους με τον αδίστακτο και αιμοβόρο Ρέικς, παίζοντας με την ανατροπή καλού/κακού. Τελικά, δικαιώνει την επιλογή των Μπόντουραντ να αντισταθούν αν και γρήγορα θα διαπιστώσουν ότι οι καιροί έχουν αλλάξει.


 Οι κάποιες, σεναριακές κυρίως, αδυναμίες της ταινίας δεν εμπόδισαν εμένα τουλάχιστον να καθηλωθώ μπροστά στην οθόνη για δύο ώρες. Είμαι σίγουρος ότι στο μέλλον ο Χίλκοουτ θα μας δώσει ακόμη καλύτερες ταινίες.

[Δείτε τρέιλερ των Παρανόμων με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]


Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

The Company Men [Τζον Γουέλς, 2010]

Σιγά-σιγά αρχίζουν να βγαίνουν από το Χόλιγουντ ταινίες που αφορούν την κρίση που άρχισε στις ΗΠΑ τον Δεκέμβρη του 2007 και επιδεινώθηκε τον Σεπτέμβρη του 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers. [Ήταν τότε η τέταρτη μεγαλύτερη αμερικάνικη τράπεζα επενδύσεων μετά τις Goldman Sachs, Stanley Morgan και Merrill Lynch.] Με αυτή τη χρεοκοπία καταπιανόταν συγκεκριμένα Ο Δρόμος του χρήματος [Margin Call, 2011], δείχνοντας πώς κατέρρευσε η εταιρεία μέσα σε μια μέρα προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις στην παγκόσμια οικονομία. Άλλες κινηματογραφικές παραγωγές με το ίδιο γενικό θέμα της οικονομικής κρίσης και ύφεσης ήταν το Ραντεβού στον αέρα, Too Big to Fail (πάλι με θέμα τη Leeman Brothers), Η περίπτωση Larry Crowne, Wall Street: Το χρήμα ποτέ δεν πεθαίνει, μαζί με κάποια ντοκιμαντέρ. Σ' αυτές θα μπορούσε να ενταχθεί - μολονότι διαδραματίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 2000 - το The Company Men του πρωτοεμφανιζόμενου (αν και έχει περάσει τα πενήντα) ως σκηνοθέτη στη μεγάλη οθόνη Τζον Γουέλς - έχει ασχοληθεί κυρίως με την τηλεόραση.


Στο The Company Men, η εταιρεία GTX αποφασίζει να απολύσει έναν μεγάλο αριθμό υπαλλήλων της έτσι ώστε να ανεβάσει την τιμή της μετοχής της - με απώτερο στόχο να πουληθεί. Ένα από τα υψηλόβαθμα στελέχη που μένουν χωρίς δουλειά είναι ο Μπομπ (Μπεν Άφλεκ). Μετά από 12 χρόνια απασχόλησης, παίρνει ως αποζημίωση αποδοχές 12 εβδομάδων [τέτοια βλέπει η τρόικα...!] και   "υπηρεσίες επανατοποθέτησης" (συμβουλές για εύρεση νέας εργασίας). Πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις που του έχει δημιουργήσει το μέχρι τώρα υψηλό επίπεδο διαβίωσης. Η σύζυγός του (Ρόζμαρι ΝτεΓουίτ) θα σταθεί πλάι του και θα τον στηρίξει, κάτι που θα αποδειχθεί αποφασιστικό. Αντίθετα, ο Φιλ (Κρις Κούπερ) - θύμα του δεύτερου κύματος απολύσεων - δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στα προβλήματα της ανεργίας μετά από 30 (!) χρόνια δουλειάς στην εταιρεία. Ο τρίτος που απολύεται είναι ο Τζιν (Τόμι Λι Τζόουνς), ένας από τους διευθυντές και μετόχους της GTX, που τόλμησε να πει να πει κάποιες αλήθειες στον ιδιοκτήτη της εταιρείας - και υποτιθέμενο φίλο του.


Η ταινία μιλάει με ειλικρίνεια - και κάποιες στιγμές με πικρό χιούμορ - για την κατάρρευση της ζωής ενός στελέχους επιχείρησης που βρίσκεται άνεργος. Κρατώντας χαμηλούς τόνους, περιγράφει τη διαφορετική αντιμετώπιση που έχει απέναντι στην προσωπική του κρίση ο καθένας από τους τρεις πρωταγωνιστές. Ταυτόχρονα, δείχνει τον ρόλο που παίζει το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον. Ενδιαφέρον έχουν και οι σκηνές όπου ο Μπομπ ή ο Φιλ πηγαίνουν από γραφείο σε γραφείο ψάχνοντας για νέα εργασία. Βέβαια, στην Ελλάδα της κρίσης, όπου χιλιάδες άνθρωποι πεινάνε, μας φαίνεται αστείο να αναγκάζεται κανείς να πουλήσει την Πόρσε του ή να διακόπτει τη συνδρομή του στη λέσχη του γκολφ για να μπορέσει να ζήσει την οικογένειά του.


Ο Γουέλς δεν προχωράει να καταδείξει τη συνολική ευθύνη του οικονομικού συστήματος, που χρησιμοποιεί τους ανθρώπους όσο τους χρειάζεται κι ύστερα τους πετάει σαν στυμμένες λεμονόκουπες όταν αυτό θα βοηθήσει να κερδηθούν κάποια χρήματα. Πιστεύει πως η λύση θα ήταν ενδεχομένως μια επιστροφή σε έναν πιο "ανθρώπινο" καπιταλισμό, χωρίς ίσως να αντιλαμβάνεται πως και αυτός κάποια στιγμή θα οδηγηθεί πάλι σε ένα παρόμοιο σημείο. Όπως και να 'χει, το The Company Men είναι ιδιαίτερα επίκαιρο και βλέπεται με ενδιαφέρον.



[Δείτε τρέιλερ του The Company Men με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]


Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Στη Ρώμη με αγάπη [To Rome with Love - Γούντι Άλεν, 2012]

Είμαι χρόνιος θαυμαστής των ταινιών και του ιδιαίτερου χιούμορ του Γούντι Άλεν. Από τις πρώτες του ταινίες μέχρι σήμερα, δεν έχω πάψει να παρακολουθώ με ενδιαφέρον κάθε καινούργια του παραγωγή. Ωστόσο, πρέπει να ομολογήσω ότι ορισμένες από τις ταινίες του [να αναφέρω πρόχειρα το Όλα όσα θέλατε να μάθετε για το σεξ, τις Μπανάνες και τον Ειρηνοποιό] έχασαν κάπως μέσα μου την αίγλη τους όταν τις ξαναείδα για δεύτερη φορά. Κάποιες ατάκες εξακολουθούν να είναι σπαρταριστές, αλλά συνολικά ο χρόνος μάλλον δεν τις ευνόησε. Άλλες βέβαια - όπως το Μανχάταν, ο Νευρικός εραστής, το Match Point και το Κι αν σου κάτσει; - έχουνε πάρει αμετάκλητα τη θέση τους στο Πάνθεο των αγαπημένων μου κινηματογραφικών έργων. Δεν θα έλεγα ότι σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία θα έβαζα το πρόσφατο Στη Ρώμη με αγάπη.


Όπως στο πιο άρτιο Μεσάνυχτα στο Παρίσι και στο πιο σκερτσόζικο Βίκυ, Κριστίνα, Μπαρτσελόνα, κι εδώ ο Γούντι Άλεν δείχνει την αγάπη του για μια Ευρωπαϊκή πόλη. Φτιάχνει μια σπονδυλωτή ταινία με τέσσερις θεματικούς άξονες που προχωρούν παράλληλα αλλά που δεν συνδέονται μεταξύ τους παρά μόνο γεωγραφικά και εν μέρει θεματικά.



Πρώτα, μια νεαρή Αμερικανίδα τουρίστρια γνωρίζεται με έναν Ιταλό δικηγόρο. Οι γονείς της (Τζούντι Ντέιβις, Γούντι Άλεν) φτάνουν στην Ιταλία για να γνωρίσουν τους συμπέθερους. Μέσα από τη γνωριμία των δύο οικογενειών βλέπουμε τις διαφορές ανάμεσα στην αμερικανική και την ιταλική νοοτροπία. Στη δεύτερη παράλληλη ιστορία, ένα νιόπαντρο ζευγάρι Ιταλών έρχεται στη Ρώμη από την επαρχία για να συναντήσει τους συγγενείς του συζύγου που υποτίθεται πως θα τον βοηθήσουν επαγγελματικά. Η νεαρή σύζυγος χάνεται στους δρόμους της πόλης (θυμίζοντας λίγο την ταινία για το Παρίσι) για να καταλήξει σε μια ερωτική περιπέτεια. Την ίδια στιγμή, ο σύζυγος μπλέκεται με μια Ιταλίδα πόρνη (Πενέλοπε Κρουζ) που θα τον βοηθήσει να βρει την αυτοπεποίθησή του. Έπειτα, ένας άχρωμος υπάλληλος (Ρομπέρτο Μπενίνι) γίνεται ξαφνικά διάσημος χωρίς κανένα φανερό λόγο. Τέλος, ένας διάσημος Αμερικανός αρχιτέκτονας (Άλεκ Μπάλντουιν) συναντά έναν συμπατριώτη του φοιτητή Αρχιτεκτονικής (Τζέσε Άιζενμπεργκ) που ζει στη Ρώμη. Γίνεται κατά κάποιον τρόπο ο συμβουλάτοράς του στις σχέσεις του με την κοπέλα του και με μια φίλη της, ηθοποιό, για την οποία ο νεαρός αρχίζει να νιώθει μια έντονη έλξη.


Το μοντάζ μάς μεταφέρει ανάλαφρα κι απροβλημάτιστα από τη μια ιστορία στην άλλη. Όμως, το χιούμορ του Άλεν μοιάζει να έχει χάσει κάπως την οξύτητά του. Γενικά, η ταινία μού φάνηκε σχετικά πρόχειρα στημένη κι ένιωθα να λείπει το νήμα που θα συνέδεε και θα έδενε τις τέσσερις ιστορίες. Ναι μεν μπορεί να διακρίνει κανείς κοινά θέματα [οι αρνητικές πλευρές της δημοσιότητας και της δόξας, η στάση των Αμερικανών απέναντι στην Ευρώπη, το νόημα της ζωής και του έρωτα], αλλά η διαπραγμάτευσή τους δεν δικαιώνει την επιλογή της διάσπασης της πλοκής στα τέσσερα. Από την άλλη, θα τοποθετούσα στα θετικά της ταινίας την εισαγωγή στην αφήγηση από έναν τροχονόμο (που στο τέλος αντικαθίσταται από έναν άλλο κάτοικο της Αιώνιας Πόλης) και τον τρόπο με τον οποίο εμπλέκεται ο Μπάλντουιν στις ερωτικές σκηνές του ζευγαριού (θυμίζοντας τον ρόλο του Μπόγκαρτ στο Ωραίος και σέξι του Χέρμπερτ Ρος, με πρωταγωνιστή τον Άλεν). Να επισημάνουμε, επίσης, τις αναφορές στον Ιταλικό κινηματογράφο, ιδιαίτερα το Ντόλτσε βίτα του Φελίνι (πχ. η σκηνή στα αρχαία ερείπια τη νύχτα).


Δεν μπορώ να πω ότι η ταινία Στη Ρώμη με αγάπη δεν βλέπεται ευχάριστα. Όμως, φοβάμαι πως όσους είναι συνηθισμένοι στο συνήθως υψηλό επίπεδο των ταινιών του Γούντι Άλεν μάλλον θα τους απογοητεύσει.

[Δείτε τρέιλερ του Στη Ρώμη με αγάπη με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]


Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Προμηθέας [Ρίντλεϊ Σκοτ, 2012]

Ο Ρίντλεϊ Σκοτ είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες και πολύπλευρους Αμερικανούς σκηνοθέτες. Είτε ασχολείται με την Ιστορία και τους θρύλους (Θρύλος, 1492: Η κατάκτηση του Παραδείσου, Μονομάχος, Το Βασίλειο των Ουρανών, Ρομπέν των Δασών), είτε με αστυνομικές ιστορίες (Κάποιος να με προσέχει, Καυτή βροχή, American Gangster), κοινωνικά θέματα (Θέλμα και Λουίζ, Λευκή καταιγίδα, Επαγγελματίες απατεώνες, Μια καλή χρονιά), τον τρόμο (Hannibal) και την επιστημονική φαντασία (Alien, Blade Runner), καταφέρνει να προσδώσει βάθος στις ταινίες του και να δημιουργήσει επιβλητική ατμόσφαιρα. Έχοντας ξεκινήσει ως σκηνοθέτης διαφημίσεων, γύρισε την πρώτη του ταινία (Οι μονομάχοι) σε ηλικία 40 χρονών - μάλλον αργά για τα δεδομένα του Χόλιγουντ. Κι όμως κατάφερε να γίνει ένας από τους σκηνοθέτες με τη μεγαλύτερη επίδραση στην εποχή του.


Ο Προμηθέας (Prometheus) είναι κατά κάποιο τρόπο το prequel [= η πρωθύστερη συνέχεια, δηλαδή η συνέχεια που ως ιστορία και πλοκή πάει θεματικά και χρονικά πριν από μια προηγούμενη ταινία] του Alien. Εκεί είχαμε το Κακό να ταξιδεύει προς τη Γη. Εδώ γυρνάμε πίσω στην προέλευσή του. Οι πρώτες εικόνες δείχνουν ένα διαστημόπλοιο που αφήνει έναν σχεδόν ανθρωπόμορφο εξωγήινο πάνω στη Γη. Ο πιθανότατα εξόριστος αυτός "Προμηθέας" ανοίγει ένα δοχείο που περιέχει μια ουσία (ένα είδος κώνειου;) την οποία καταπίνει. Το σώμα του διαλύεται και πέφτει στα νερά ενός καταρράκτη για να αναδομηθεί το DNA του δημιουργώντας μια καινούργια μορφή ζωής - προφανώς τον άνθρωπο.


Οι αρχαιολόγοι Ελίζαμπεθ Σο (Νούμι Ραπάς) και Τσάρλι Χάλογουεϊ (Λόγκαν Μάρσαλ-Γκριν) ανακαλύπτουν σε ένα σπήλαιο στη Σκωτία κάποια τοιχογραφία, η οποία δείχνει πέρα από κάθε αμφιβολία έναν συγκεκριμένο αστερισμό. Οι δύο επιστήμονες, αφού το συνδυάζουν με άλλα παρόμοια ευρήματα, θεωρούν ότι αυτό πιθανόν εξηγεί την ανθρώπινη προέλευση και αποτελεί ένα είδος πρόσκλησης. Συμμετέχουν σε μια διαστημική αποστολή με προορισμό έναν πλανήτη του αστερισμού, η οποία χρηματοδοτείται από τον πρόεδρο της εταιρίας Γουέιλαντ (Γκάι Πιρς), έναν βαθύπλουτο σε προχωρημένα γεράματα και με ασαφή κίνητρα. Ο Προμηθέας (έτσι ονομάζεται το διαστημόπλοιο) θα προσπαθήσει να έρθει σε επαφή με τους "μηχανικούς" που "κατασκεύασαν" την ανθρώπινη ζωή. Θα μπορέσουν οι "μηχανικοί" αυτοί να απαντήσουν στα μεταφυσικά ερωτήματα της ανθρωπότητας; Είναι πράγματι αυτοί οι "θεοί" που δημιούργησαν το ανθρώπινο είδος; Και ποιος δημιούργησε αυτούς;


Παρά το βαρύ σημασιολογικό φορτίο, ο Προμηθέας καταφέρνει να επιπλεύσει και σε κρατάει σε αγωνία ακόμη και χωρίς (ή ακριβώς γι' αυτό;) καταιγιστική δράση, η οποία ξεκινάει προς το τέλος της ταινίας. Ο Σκοτ σίγουρα γνωρίζει να συντηρεί το σασπένς, όπως κατ' επανάληψη έχει αποδείξει. Ίσως ο Προμηθέας του να υπολείπεται της επικής ατμόσφαιρας και του μνημειώδους ρυθμού του Alien, αλλά κερδίζει σε βάθος και πολυσημία. Κάποιοι χαρακτήρες - π.χ. ο Χάλογουεϊ - δεν δικαιολογούν την ύπαρξή τους. Ωστόσο, οι ηθοποιίες του Μάικλ Φασμπέντερ (ως του ανδροειδούς Ντέιβιντ, που μαθαίνει σανσκριτικά για να επικοινωνήσει με τους "μηχανικούς" και βελτιώνει το γλωσσικό του ύφος μιμούμενος τον Πίτερ Ο'Τουλ στον Λόρενς της Αραβίας) και της πειστικότατα "κρυοπαγικής" (συνήθως εκρηκτικής) Σαρλίζ Θέρον, στον ρόλο της υπεύθυνης της αποστολής Μέρεντιθ Βίκερς, σε αποζημιώνουν. Επιπλέον, οι σεναριακές στροφές - ιδίως όταν λίγο μετά τη μέση οι πεποιθήσεις των δύο επιστημόνων τίθενται εν αμφιβόλω - κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος.

Βέβαια, ο Προμηθέας αφήνει πολλά ερωτήματα αναπάντητα - πιθανότατα οι παραγωγοί ετοιμάζονται για συνέχειες. Ασφαλώς, δεν θα περίμενε κανείς από μια ταινία να δώσει οριστικές λύσεις σε τέτοια φιλοσοφικά ζητήματα. Στον βαθμό που το επιχειρεί όμως - μολονότι υπάρχουν κάποια σεναριακά κενά - ο Ρίντλεϊ Σκοτ καταφέρνει να προβληματίσει. Θεωρεί ότι πιθανότατα ένας συνδυασμός επιστημονικότητας και πίστης (αυτό ακριβώς που εκφράζει η Σο) και με τη βοήθεια της τεχνολογίας (Ντέιβιντ) μπορεί να ανοίξει έναν δρόμο στη σωστή κατεύθυνση. Μια ταινία που μπορεί να ψυχαγωγεί και ταυτόχρονα να θέτει ερωτήματα (ακόμη κι αν διαφωνούμε με τις απαντήσεις της) είναι κάτι που δεν μας δίνει συχνά το Χόλιγουντ.

[Δείτε τρέιλερ του Προμηθέα με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]