Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Zero Dark Thirty [Κάθριν Μπίγκελοου, 2012]

Zero Dark Thirty στη στρατιωτική αργκό σημαίνει κάποια ώρα μέσα στη νύχτα. Αναφέρεται, υποθέτω, στη χρονική στιγμή κατά την οποία διεξάγεται η επιχείρηση εξόντωσης του Οσάμα μπιν Λάντεν, αλλά και γενικότερα στην κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Αμερική και ο κόσμος μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους στις 11/9/2001. Η ταινία της Κάθριν Μπίγκελοου ξεκινάει χαρακτηριστικά με μαύρο πλάνο (διάρκειας 90 δευτερολέπτων) όπου ακούγονται ηχογραφημένα ντοκουμέντα από εκείνη τη μέρα. Προφανώς, εμείς δεν νιώθουμε την ένταση αυτού του μαύρου πλάνου με τον ίδιο τρόπο που τα προσλαμβάνει ένας Αμερικάνος πολίτης. Αλλά ίσως μπορούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει για τον λαό μίας Υπερδύναμης να πλήττεται με τέτοιον τρόπο μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Νομίζω πως αυτό είναι το κλειδί για την ερμηνεία του Zero Dark Thirty.


Το φιλμ της Μπίγκελοου ήταν υποψήφιο για 5 Όσκαρ (μεταξύ άλλων Καλύτερης Ταινίας και Α' Γυναικείου Ρόλου) αλλά τελικά κατάφερε να κερδίσει μόνο ένα τεχνικής φύσης, για το Μοντάζ Ήχου, κι αυτό από μισό με το Skyfall. Η σκηνοθέτρια έχει κερδίσει Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας για την προηγούμενη κινηματογραφική παραγωγή της, το Hurt Locker [2008], που αναφέρεται στον πόλεμο του Ιράκ - δεν έχω καταφέρει ακόμη να τη δω μια και οι πολεμικές (αλλά και οι αντιπολεμικές) ταινίες συνήθως με κάνουν να πλήττω. Δεν θα είχα πιθανόν αντιμετωπίσει διαφορετικά το Zero Dark Thirty αν δεν υπήρχε η επικαιρότητα του θέματος και τα αμφιλεγόμενα σχόλια που είχα ακούσει.


Μετά το προαναφερθέν μαύρο πλάνο, μεταφερόμαστε 2 χρόνια αργότερα σε μια φυλακή κάπου στο Πακιστάν όπου Άραβες κρατούμενοι βασανίζονται για να αποκαλύψουν ονόματα, στόχους και άλλες πληροφορίες. Η πράκτορας της CIA Μάγια (Τζέσικα Τσαστέιν) στην αρχή παρακολουθεί με δυσκολία τις ανακρίσεις. Σιγά- σιγά θα μπει στο κλίμα "του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία" που διεξάγουν οι ΗΠΑ. Όταν κάποια στιγμή θα βρει μια άκρη του νήματος που μπορεί ίσως να την οδηγήσει στο κρησφύγετο του Μπιν Λάντεν, αφιερώνεται ολόψυχα στην αποστολή αυτή πιέζοντας τελικά - όταν οι προσπάθειές της τελεσφορούν, αρκετά χρόνια μετά - τους πάντες να ξεπεράσουν τους δισταγμούς τους και να διακινδυνεύσουν μία επιχείρηση εξόντωσης χωρίς αδιάσειστα στοιχεία, απλώς με βάση τη δική της πεποίθηση.


Στην ταινία τίθενται κάποια ενδιαφέροντα ζητήματα που αξίζει να συζητηθούν. Κατ' αρχάς, η θέση της απέναντι στα βασανιστήρια. Η ίδια η Μπίγκελοου δηλώνει πως το γεγονός ότι δείχνει κάτι δεν σημαίνει ότι το επικροτεί. Όμως, όταν οι βασανισμοί κρατουμένων έρχονται αμέσως μετά από το συναισθηματικά φορτισμένο μαύρο πλάνο της αρχής, νομίζω πως ο μέσος θεατής τείνει να τους δικαιολογήσει ως ένα είδος αυτοάμυνας ενταγμένης στη γενικότερη προσπάθεια προστασίας του Δυτικού Κόσμου από την τρομοκρατική απειλή. Όσο αποστασιοποιημένα και αν προσπαθεί να κινηματογραφήσει τις εν λόγω σκηνές η σκηνοθέτρια - ίσως ακριβώς εξαιτίας και αυτού -, όταν οι "δικοί μας" (οι πρωταγωνιστές) ανακρίνουν τους "άλλους", αντικειμενικά λειτουργεί απολογητικά απέναντι στο γεγονός. Και γενικότερα, το Zero Dark Thirty αντανακλά μια συντηρητική άποψη που υιοθετεί μια μανιχαϊστική αντίληψη και χωρίζει τον κόσμο υπεραπλουστευτικά σε δύο στρατόπεδα - ξέρουμε βέβαια ποιο είναι το "καλό". Ακόμη και στις ίδιες τις ΗΠΑ, η Μπίγκελοου δέχτηκε έντονη κριτική (ένθεν και ένθεν) και ίσως αυτό αντικατοπτρίζεται και στα αποτελέσματα των Όσκαρ, όπου θριάμβευσε το πιο ξεκάθαρα πατριωτικό και λιγότερο ενοχλητικό Argo.


Κατά τα άλλα, η σκηνοθεσία είναι σφιχτοδεμένη και έχει σχεδόν τη μορφή κινηματογραφικού ρεπορτάζ. Οι σκηνές της επιδρομής στο κρησφύγετο του Μπιν Λάντεν με τις νυχτερινές λήψεις του πράσινου των στρατιωτικών διοπτρών είναι για σεμινάριο, παρ' όλες τις ηθικές ενστάσεις που θα μπορούσε να έχει κανείς όταν παρακολουθεί τις "παράπλευρες απώλειες" ανθρώπινων ζωών. Υπάρχει, φυσικά, και η υπαρξιακή διάσταση της μοναχικής γυναίκας που αφοσιώνεται με μονομανία σε έναν σκοπό που την οδηγεί σε σχεδόν απόλυτη απομόνωση και στέρηση οποιασδήποτε προσωπικής ζωής. Αναρωτιέται κανείς ποια μπορεί να είναι τα κίνητρα της Μάγια και στην κατεύθυνση αυτή έχει πολύ ενδιαφέρον η αμφίσημη τελική σκηνή με τη Μάγια να δακρύζει. Θα έλεγα ότι παρά - και πέρα από - την προσωπική δικαίωση, η Μάγια νιώθει ένα απέραντο κενό μέσα της "στο τέλος της μέρας"["Άξιζε τόσες θυσίες;"]. Δεν είναι άραγε αυτό αλήθεια για ολόκληρο τον κόσμο στην "μετατρομοκρατική" εποχή; Αν θέλουμε να δούμε θετικά το Zero Dark Thirty, ας κρατήσουμε στη μνήμη μας αυτή την τελευταία εικόνα.



[Δείτε τρέιλερ του Zero Dark Thirty με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]




Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Skyfall [Σαμ Μέντες, 2012]

Δεν είμαι φανατικός θαυμαστής των ταινιών του Τζέιμς Μποντ. Κυρίως, επειδή θεωρώ την εξέλιξη της πλοκής τους προβλέψιμη και τον τύπο του ήρωα που μας παρουσιάζουν μονοδιάστατο και ρηχό ["χάρτινο" τον περιγράφουν πολλές κριτικές]. Εντυπωσιάστηκα όταν πρωτοδιάβασα ότι τη σκηνοθεσία στον τελευταίο 007 είχε αναλάβει ο Σαμ Μέντες [American Beauty, Ο δρόμος της απώλειας, Ο δρόμος της επανάστασης]. Τι δουλειά είχε ένας καλός σκηνοθέτης εκεί που χρειάζονται ειδικά εφέ, κασκαντέρ, γκατζετάκια και γρήγορα αυτοκίνητα; Από την άλλη, ίσως λίγη μαστοριά να βοηθούσε να μην κόψει η "σάλτσα"... Ή μήπως ο βρετανικής καταγωγής Μέντες - με προϋπηρεσία στο θέατρο - θεωρούσε τη συγκεκριμένη υπερπαραγωγή μια ευκαιρία για εύκολο χρήμα; Η απάντηση δεν θα αργούσε.



Στο Skyfall, ο Μποντ (Ντάνιελ Κρεγκ) δεν είναι απλώς ο ακατάβλητος, στιλάτος ήρωας στον οποίο μάς έχουν συνηθίσει. Τσαλακωμένος, τρωτός και όχι πια νέος, θα τραυματιστεί βαριά μετά από μια "μονομαχία" πάνω σε ένα τρένο έξω από την Κωνσταντινούπολη και για μέρες θα θεωρηθεί νεκρός. Όταν επανεμφανίζεται, δεν είναι πλέον ο παλιός του εαυτός. Μετά βίας περνάει - με "μέσο" - τα τεστ που απαιτούνται για να ξαναμπεί στην ενεργό δράση και να καταφέρει να βρει τη λίστα των πρακτόρων της ΜΙ6 που έχει κλαπεί, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο ολόκληρη τη βρετανική κατασκοπεία. Στην προσπάθειά του αυτή, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον πανούργο και παρανοϊκό Σίλβα (Χαβιέρ Μπαρδέμ), πρώην πράκτορα της ΜΙ6 που θέλει να εκδικηθεί την Υπηρεσία και ιδιαίτερα τη Μ. (Τζούντι Ντεντς), θεωρώντας την υπεύθυνη για τον παρ' ολίγον θάνατό του.


Νομίζω πως η σημαντικότερη συνεισφορά του Μέντες στη μακρά σειρά των (23) ταινιών του ήρωα του Ίαν Φλέμινγκ είναι η ανθρωπιά που εμφυσά στους χαρακτήρες. Ο Μποντ αποκτά βάθος. Δείχνει "ανεμοδαρμένος" σαν σκωτσέζικο τοπίο, γήινος, αξύριστος, μοναχικός και ευάλωτος - αν και πάντα αρρενωπός [Πρώτη φορά τον βλέπουμε να κάνει σεξ στην οθόνη και μάλιστα με μια Ελληνίδα ηθοποιό, την Τόνια Σωτηροπούλου]. Η Μ. είναι μια γερασμένη πονηρή αλεπού που της έχουν κάψει τη φωλιά. Αναπτύσσει μια μητρική σχέση με τον Μποντ, αλλά και - αρνητικά - με τον αποστάτη "γιο", Σίλβα, που νιώθει προδομένος από τη "Μητέρα". Για πρώτη φορά, μας αποκαλύπτεται ότι ο ήρωας έχει παρελθόν, είχε κάποτε μια οικογένεια, μια "εστία" (το Skyfall: ακριβώς εκεί όπου θα παιχτεί το τέλος του δράματος).


Κατά τα άλλα, η περιπέτεια - ανανεωμένη - είναι πάντα εκεί, όπως και η υπόσχεση ότι, είτε έτσι είτε αλλιώς, η σειρά θα συνεχισθεί.

[Τρέιλερ του Skyfall με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]


Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Ο έρωτας της βασίλισσας [En kongelic affaere - Νικολάι Αρσέλ, 2012]

Με ιδιαίτερη χαρά είδα να είναι υποψήφια για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας η ταινία από τη Δανία Ο έρωτας της βασίλισσας [διεθνής τίτλος: A Royal Affair] του Νικολάι Αρσέλ. Ο σκηνοθέτης είναι από την πλευρά της μητέρας του ελληνικής καταγωγής και μάλιστα - όπως δηλώνει σε συνέντευξή του στο Βήμα - έρχεται κάθε χρόνο στη Μυτιλήνη όπου ζουν οι συγγενείς της μητέρας του. Η συγκεκριμένη ταινία είναι η τέταρτη που γυρίζει και πιθανότατα θα αποδειχθεί η πιο επιτυχημένη. Απ' όσο γνωρίζω, δεν έχει προβληθεί στις ελληνικές αίθουσες, αλλά μπορεί κανείς να τη βρει εύκολα στο διαδίκτυο - όπως κι εγώ, άλλωστε. Ο Αρσέλ στηρίχτηκε στην πραγματική ιστορία του Χριστιανού Ζ' (βασιλιά της Δανίας από το 1766 ως το 1808) και της συζύγου του Καρολίνας-Ματθίλδης, η οποία συνήψε ερωτική σχέση με τον Γερμανό βασιλικό γιατρό Γιόχαν Φρίντριχ Στρούνζεε.



Η ιστορία μάς δίνεται από τη σκοπιά της νεαρής βασίλισσας, που εξορισμένη πια στη Γερμανία γράφει ένα γράμμα στα παιδιά της για να τους εξηγήσει τι συνέβη. Εννιά χρόνια πριν, το 1766, η 15χρονη αδελφή του βασιλιά της Αγγλίας Γεωργίου Γ' στέλνεται στη Δανία, όπως συνηθιζόταν, για να παντρευτεί τον νεαρό Χριστιανό [Μίκελ Μπόε Φόλσγκααρντ], που μόλις έχει ανέλθει στον θρόνο. Η νεαρή βασίλισσα νιώθει ξένη στην καινούργια πατρίδα της και αρνείται να παίξει τον διακοσμητικό ρόλο που της επιφυλάσσουν, μια και γρήγορα διαπιστώνει πως αυτό που περιμένουν απ΄αυτήν είναι να φέρει στον κόσμο έναν διάδοχο για τον θρόνο και να μείνει στην αφάνεια. Ο νεαρός βασιλιάς τής φέρεται όπως στις πόρνες με τις οποίες συναναστρέφεται και γρήγορα απομακρύνει από την Αυλή τις ελάχιστες έμπιστές της. Απομονωμένη εντελώς, η ευαίσθητη και πνευματικά ανήσυχη Καρολίνα-Ματθίλδη [Αλίσια Βικάντερ] θα αισθανθεί πνευματική (και σύντομα σωματική) έλξη για τον Γερμανό γιατρό του βασιλιά. Ο Στρούνζεε [Μαντς Μίκελσεν] είναι οπαδός των νέων επαναστατικών ιδεών του Διαφωτισμού και χαίρει της απόλυτης εμπιστοσύνης και φιλίας του Χριστιανού. Στη βασιλική αυλή της Δανίας πλέκεται ένα πολύπλοκο παιχνίδι έρωτα, φιλίας και εξουσίας, που θα χρειαστεί πολύ λεπτές ισορροπίες για να μην καταρρεύσει καταστρέφοντας τους εμπλεκόμενους.



Ο Αρσέλ δεν περιορίζεται να μας αφηγηθεί την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας που βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον και προσπαθεί να βρει διέξοδο σ' έναν  απονενοημένο έρωτα. Εικονογραφεί μια ολόκληρη εποχή, όπου το παλιό πεθαίνει χωρίς ακόμη να μπορεί να γεννηθεί το καινούργιο. Δεν αρκείται στην περιγραφή της εξέλιξης της καταδικασμένης σχέσης και του τριγώνου που διαμορφώνεται μεταξύ των δύο εραστών και του (τρελού;) βασιλιά, αλλά εμβαθύνει στις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στις διάφορες ομάδες συμφερόντων που έχουν καταστήσει τον Χριστιανό έναν διακοσμητικό μονάρχη για να εξυπηρετούν μια καταπιεστική ολιγαρχία, γαντζωμένη στην εξουσία κόντρα στα μηνύματα των καιρών. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η ταινία δείχνει επίσης τις δυσκολίες μιας διάδοχης κατάστασης να προχωρήσει σε απρόσκοπτες μεταρρυθμίσεις. Ο Στρούνζεε αποδεικνύεται δέσμιος των προσωπικών του αντιφάσεων και ευάλωτος στις συνωμοσίες των αυλικών με προεξάρχουσα τη μητριά του Χριστιανού, Γιουλιάνα Μαρία [Τρίνε Ντίρχολμ].



Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι άψογα και η σκηνοθεσία καταφέρνει να κρατάει τις λεπτές ισορροπίες δίνοντάς μας ένα σφιχτοδεμένο σύνολο. Τα γκριζαρισμένα χρώματα με τα οποία ζωγραφίζεται η Βασιλική Αυλή εναλλάσσονται με τις ευτυχισμένες φωτεινές στιγμές των δύο εραστών για να καταλήξουν δεόντως στις νυχτερινές σκηνές της πτώσης των μεταρρυθμιστών. Ο Φόλσγκααρντ δίνει έναν αμφιλεγόμενο Χριστιανό, ανοιχτό σε πολλές ερμηνείες, ενώ ο Μίκελσεν παίζει συγκρατημένα και πειστικά τον αντιφατικό Στρούνζεε. Συνολικά, Ο έρωτας της βασίλισσας είναι μια πολύ αξιόλογη ταινία που συγκινεί και προβληματίζει. Της ευχόμαστε καλή επιτυχία στα Όσκαρ αν και θεωρούμε ότι ήδη είναι σημαντικό το ότι είναι στην τελική λίστα. Εξ άλλου, ποτέ τα φανταχτερά ανθρωπάκια δεν ήταν σφραγίδα ποιότητας. Ελπίζουμε, επίσης, σύντομα να βρει τον δρόμο προς τις ελληνικές αίθουσες προβολής.

[Δείτε τρέιλερ του Έρωτα της Βασίλισσας στα αγγλικά από το YouTube]


Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Πώς κατεβάζουμε ταινίες από το Διαδίκτυο - ένας απλός οδηγός για αρχάριους

Δεν πιστεύω πως η τηλεόραση, το βίντεο ή η οθόνη του υπολογιστή μπορούν να υποκαταστήσουν τη μεγάλη οθόνη. Η μαγεία της σκοτεινής αίθουσας είναι ασύγκριτη. Στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, όμως, για μερικούς από εμάς οι τιμές των εισιτηρίων είναι τουλάχιστον περιοριστικές. Αν πλήρωνα για να δω όλες τις ταινίες που θέλω στο σινεμά ή σε βιντεοκλάμπ, το πενιχρό μου εισόδημα  δεν θα επαρκούσε για τις βιοποριστικές μου ανάγκες και το πρόβλημα της ύπαρξής μου θα είχε λυθεί οριστικά. Εκμεταλλεύομαι λοιπόν τις δυνατότητες που μου προσφέρει η τεχνολογία για να ικανοποιήσω τη δίψα μου για την Έβδομη Τέχνη και θα ήθελα να μοιραστώ με τους αναγνώστες αυτού του ιστολογίου (όσους δεν είναι ήδη εξοικειωμένοι με κάτι τέτοιο) το πώς κατεβάζω και βλέπω ταινίες από το Διαδίκτυο.


Κατ' αρχάς, κατεβάζουμε (δωρεάν) μια μηχανή κατεβάσματος όπως το Vuze ή το μΤorrent. Κάνουν περίπου την ίδια δουλειά. Ωστόσο, το μεν πρώτο κατεβάζει πιο γρήγορα αλλά κάνει τον (δικό μου, τουλάχιστον) υπολογιστή να σέρνεται, ενώ το δεύτερο είναι λίγο πιο αργό χωρίς σοβαρές επιπτώσεις στην ταχύτητα των προγραμμάτων που λειτουργούν παράλληλα.



Και οι δύο έχουν δικές τους μηχανές αναζήτησης, όμως προσωπικά προτιμώ να ψάχνω τις ταινίες σε ιστοσελίδες όπως το Kickass Torrents, IsoHunt  και The Pirate Bay. Επιλέγετε ταινίες με βάση τις απαιτήσεις σας σε ποιότητα - έχω διαπιστώσει ότι μου αρκεί μία ποιότητα dvdrip γιατί η εικόνα είναι ικανοποιητική, συμβατή με το dvdplayer που χρησιμοποιώ και το μέγεθος των 700 MB περίπου δεν μου δημιουργεί μεγάλο πρόβλημα αποθήκευσης. Θεωρώ τις ποιότητες CAM και Telesync απαράδεκτα χαμηλές για τα δικά μου γούστα αλλά μπορεί να τις βρει κανείς σχεδόν αμέσως με την κυκλοφορία μιας ταινίας- είναι κάτι που θα πρέπει εσείς να αποφασίσετε. Για καλύτερη ποιότητα - dvdrip και πάνω - θα πρέπει να κάνετε λίγη υπομονή ώσπου να κυκλοφορήσει (συνήθως στην Αμερική) η ταινία σε dvd - δεν αργεί ιδιαίτερα: εγώ το παρακολουθώ εδώ στη στήλη New on DVD This Week. Αφού διαλέξετε το torrent που θέλετε, πατάτε το download torrent, γίνεται λήψη και αφού κάνετε κλικ πάνω στο ληφθέν torrent, αναλαμβάνει τη δουλειά η μηχανή κατεβάσματος.


Αφού μετά από καμιά ωρίτσα - για τις ευρείας κυκλοφορίας, κάποιες σπάνιες μπορεί να πάρουν μέρες - έχετε κατεβάσει την ταινία που θέλετε να απολαύσετε, θα πρέπει να βρείτε ελληνικούς υπότιτλους. Για τις περισσότερες ταινίες υπάρχουν αρκετοί σε ιστοσελίδες όπως opensubtitles και subs4free. Σε πρώτη φάση καλό είναι να ψάχνετε να βρείτε υπότιτλους που είναι ήδη συγχρονισμένοι. Ένας μπούσουλας είναι να διαλέγετε αυτούς που έχουν παρόμοια ονομασία με την ταινία που κατεβάσατε, πχ SiRiUs sHaRe, XviD-ETRG, aXXo, FXG - για να αναφέρω μερικά από τα πιο γνωστά γκρουπ που ανεβάζουν ταινίες στο Διαδίκτυο. Όταν ταινία και υπότιτλοι είναι από το ίδιο γκρουπ, συνήθως δεν υπάρχει πρόβλημα. Αλλιώς δοκιμάζουμε μέχρι να πετύχουμε κάτι που να ταιριάζει. Ο αναπαραγωγός πολυμέσων VLC (αν δεν τον έχετε, κατεβάστε τον - κι αυτόν δωρεάν) παίζει απροβλημάτιστα τους υπότιτλους εφόσον είναι στον ίδιο φάκελο και έχουν το ίδιο όνομα με την ταινία.


Αν πάλι θέλετε να προχωρήσετε ακόμη πιο πολύ και να συντονίζετε μόνοι σας υπότιτλους, σας πληροφορώ πως δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Χρειάζεστε ένα πρόγραμμα όπως το Subtitle Workshop που μπορεί να κάνει θαύματα με τους υπότιτλους. Μπορείτε εδώ να βρείτε έναν οδηγό για τον συγχρονισμό υποτίτλων με Subtitle Workshop.


Δεν είμαι ειδικός. Είμαι ένας απλός κινηματογραφόφιλος με μέσες γνώσεις υπολογιστή και προσπάθησα να σας περιγράψω με απλά λόγια τη διαδικασία όπως την ακολουθώ εγώ. Απευθύνομαι σ' αυτούς που αγαπούν το σινεμά αλλά αγνοούν τις δυνατότητες που προσφέρει το Διαδίκτυο ή απλώς δεν ξέρουν πόσο εύκολο είναι να κατεβάσουν και να δουν μία ταινία. Δοκιμάστε το και ένας καινούργιος κόσμος θα ανοίξει μπροστά σας.

Καλή διασκέδαση!



Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Τυραννόσαυρος [Πάντι Κόνσινταϊν, 2011]


Το περιβάλλον της Βόρειας Αγγλίας, όπου διαδραματίζεται ο Τυραννόσαυρος, δεν θα έλεγα ότι βοηθάει για να ανοίξει η καρδιά του ανθρώπου. Ο ηθοποιός Πάντι Κόνσινταϊν φτιάχνει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία εμπνεόμενος από το περιβάλλον όπου ο ίδιος μεγάλωσε, στις εργατικές πολυκατοικίες του Στάφορντσαϊρ στα Μίντλαντς. Το φιλμ γυρίστηκε λίγο βορειότερα, στο Λιντς, που παρεμπιπτόντως δεν είναι μία από τις χειρότερες περιοχές της Μεγάλης Βρετανίας από άποψη κλίματος και ποιότητας ζωής. Ωστόσο, η μουντή ατμόσφαιρα δένει απόλυτα με τη βία, την επιθετικότητα και τη μοναξιά των ανθρώπων.



Ο Τζόζεφ (Πίτερ Μάλαν) είναι άνεργος και χήρος, γεμάτος οργή για τη ζωή και για τους γύρω του. Σε μια από τις πρώτες σκηνές, σκοτώνει άθελά του σε ένα ξέσπασμα μεθυσμένης βίας τον αγαπημένο του σκύλο, ίσως τη μόνη συντροφιά που του είχε απομείνει. Ο μοναδικός του φίλος, ο Τζακ, είναι ετοιμοθάνατος. Έχει επίσης μια ιδιαίτερη σχέση με ένα μικρό γειτονόπουλό του, τον Σαμ, τον οποίο κακομεταχειρίζεται ο τραμπούκος φίλος της μάνας του. Μετά από έναν καβγά σε ένα γραφείο στοιχημάτων, τρεις μπράβοι θα του τη στήσουν ένα βράδυ και θα τον εκδικηθούν ξυλοφορτώνοντάς τον. Αυτό θα σταθεί η αφορμή για να γνωρίσει τη Χάνα (Ολίβια Κόλμαν), μια ευγενική και θεοσεβούμενη παντρεμένη γυναίκα που εργάζεται για μία φιλανθρωπική οργάνωση. Η Χάνα προσπαθεί να τον "σώσει" με τις προσευχές και την καλοσύνη της αλλά ο Τζόζεφ δεν μοιάζει διατεθειμένος να αποδεχθεί τέτοιου είδους βοήθεια. Μια ιδιόμορφη φιλική σχέση αναπτύσσεται μεταξύ τους, αλλά σύντομα θα διαφανεί ότι η Χάνα δεν είναι και τόσο ευτυχισμένη και ισορροπημένη όσο παρουσιάζεται. Όταν στο προσκήνιο έρχεται και ο σύζυγός της, ο Τζέιμς (Έντι Μάρσαν), τα πράγματα παίρνουν άσχημη τροπή.


Γυρισμένος με σκοτεινά χρώματα, ο Τυραννόσαυρος μάς υποβάλλει τους αργούς ρυθμούς του μόνο και μόνο για να δημιουργήσει το κατάλληλο φόντο για τις εκρήξεις οργής των χαρακτήρων του. Έτσι, σαν να τραντάζει τη γη η επερχόμενη βία... Να είχε άραγε και αυτό κατά νου ο Κόνσινταϊν όταν έδινε τον πολύσημο τίτλο στην ταινία του - πέρα από την εξήγηση που δίνεται προς το τέλος της ταινίας; Ο ίδιος δίνει και την εξής ερμηνεία: "...είναι σαν μια μεταφορά για το κτήνος, για τους φόβους - τους μεγαλύτερους φόβους που αντιμετωπίζεις ως άνθρωπος και το πώς ο φόβος εξισώνεται με το μέγεθος ενός τέρατος που μπορεί να σε πνίξει. Όπως όλοι οι καλοί τίτλοι, έχει πολλές σημασίες."


Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών είναι συγκλονιστικές. Ο Μάλαν δίνει έναν Τζόζεφ που προσπαθεί να ξεφύγει από τον ίδιο τον εαυτό του, που η τρυφερότητα που νιώθει για τους άλλους είναι καταχωνιασμένη κάτω από τόνους θυμού. Είναι εξαιρετικός ιδιαίτερα όταν καταφέρνει να συγκρατήσει τις εκρήξεις του, με ένα ύφος σαν να λέει "την επόμενη φορά". Αλλά και όσο προχωράει η ταινία, η μεταμόρφωσή του, μέσω της καταλυτικής παρουσίας της Χάνα, είναι ανεπαίσθητη και συγκρατημένη, με ένα βλέμμα που αρχίζει να φωτίζεται με ένα φως που μοιάζει να έρχεται από μέσα του. Από την άλλη, η Κόλμαν κρατάει τις δύσκολες ισορροπίες ανάμεσα στην αξιοπρεπή Χάνα και στην απελπισμένη γυναίκα που δεν ξέρει πού να στηριχτεί. Αλλάζει μορφές με την ευκολία που βάζει και βγάζει κανείς μια μάσκα και γίνεται η προσωποποίηση του γυναικείου πόνου. Από κοντά και  ο πολύ καλός Βρετανός ηθοποιός Έντι Μάρσαν σε έναν μικρότερο ρόλο, του συζύγου της, που τον διαχειρίζεται πειστικότατα.


Συνολικά, ο Τυραννόσαυρος είναι αναμφισβήτητα μια ταινία που σου δένει κόμπο το στομάχι, αλλά και σε λυτρώνει θυμίζοντάς σου πόσο έχουμε ο ένας ανάγκη τον άλλον για να ξεφύγουμε - έστω για λίγο - από τον φόβο. Ο Κόνσινταϊν κάνει ένα αξιόλογο σκηνοθετικό ντεμπούτο και το διεθνές κοινό τού το αναγνωρίζει.

[Δείτε τρέιλερ του Τυραννόσαυρου με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]


Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Το δικό μας βαλς [Take This Waltz - Σάρα Πόλεϊ, 2011]

Μια αισθηματική ταινία που αφορά ένα ερωτικό τρίγωνο δεν είναι καθόλου ασυνήθιστη. Με παραξένεψαν λοιπόν οι σχετικά θετικές κριτικές που πήρε Το δικό μας βαλς της Καναδής ηθοποιού και σκηνοθέτριας Σάρα Πόλεϊ [η ταινία της Το υστερόγραφο μιας σχέσης (Away from Her, 2006) ήταν υποψήφια για Όσκαρ δικού της διασκευασμένου σεναρίου και πρώτου γυναικείου ρόλου για την Τζούλι Κρίστι] και αποφάσισα να της ρίξω μια ματιά. Με τράβηξε εξαρχής το σκηνοθετικό της ύφος και τη συνέχισα να δω πού το πήγαινε. Ομολογώ πως κάποιες στιγμές μπήκα στον πειρασμό να την παρατήσω, αλλά νομίζω πως ο τελικός ισολογισμός δεν ήταν αρνητικός.

Η ιστορία είναι πολύ απλή. Η Μάργκο (Μισέλ Γουίλιαμς, Επτά μέρες με τη Μέριλιν) είναι παντρεμένη εδώ και 5 χρόνια με τον Λου (Σεθ Ρόγκεν). Δεν έχουν ούτε σκέφτονται να κάνουν παιδιά. Η ζωή τους είναι μια ευτυχισμένη (;) ρουτίνα στηριγμένη κυρίως στα παιδιάστικα αστεία που ανταλλάσσουν και στα πολλαπλά "Σ' αγαπώ" που λένε ο ένας στον άλλον. Εκείνη θα ισχυριστεί κάποια στιγμή ότι "θέλει να γράψει", αλλά δεν θα τη δούμε να ασχολείται μ' αυτό - ίσως μια φορά να γράφει στο ημερολόγιό της. Εκείνος, όπως διαπιστώνουμε προς το τέλος της ταινίας, γράφει ένα βιβλίο που αφορά τρόπους μαγειρέματος κοτόπουλου [=chicken: στα αγγλικά έχει επίσης τη σημασία "δειλός", "φοβητσιάρης"]. Σε ένα ταξίδι της στο Λούισμπουργκ της Νόβα Σκότια, η Μάργκο γνωρίζει τον Ντάνιελ (Λουκ Κέρμπι), ερασιτέχνη ζωγράφο που βγάζει τα προς το ζην οδηγώντας ένα ρίκσο στους δρόμους του Τορόντο. Από σύμπτωση - αρκετά τραβηγμένη - ο Ντάνιελ είναι γείτονας του ζευγαριού. Η Μάργκο δείχνει να νιώθει μια έλξη γι' αυτόν χωρίς όμως να τολμά να προχωρήσει σε κάτι περισσότερο. Παράλληλα, κάποια σύννεφα αρχίζουν να μαζεύονται στις σχέσεις του παντρεμένου ζευγαριού. Θα κάνει η Μάργκο το μεγάλο βήμα;


Αν δεν υπήρχε η σκηνοθετική φρεσκάδα, η ταινία δεν θα ξέφευγε από την απόλυτη μετριότητα. Η Πόλεϊ καταφέρνει όμως να δημιουργήσει οικειότητα με τους χαρακτήρες της μέσα από πολλά κοντινά πλάνα που εστιάζουν σε πρόσωπα, αντικείμενα, μέρη του σώματος (κυρίως τα πόδια της Ουίλιαμς), χειρονομίες. Ταυτόχρονα, επιλέγει με φροντίδα τα σκηνικά της για να στήσει μια γοητευτική ατμόσφαιρα, ενός σχεδόν ειδυλλιακού Τορόντο αλλά και των εσωτερικών χώρων. Αποσπά καλές ηθοποιίες, περισσότερο από τους Γουίλιαμς-Ρόγκεν και λιγότερο από τον Κέρμπι, που μερικές φορές δείχνει ξενέρωτος [πχ, στην έτσι κι αλλιώς αδέξια σκηνή όπου περιγράφει στην Μάργκο τι θα της έκανε αν ήταν εραστές]. Επίσης, κάποιες σκηνές τραβάνε σε μάκρος ή και επαναλαμβάνονται [για να φανεί άραγε η βαρετή καθημερινότητα;], αλλά προς το τέλος ο ρυθμός γίνεται πιο γρήγορος. Τέλος, τα τραγούδια του Λέοναρντ Κοέν - μια διασκευή του Closing Time και το Take This Waltz που δίνει και τον τίτλο - πλουτίζουν την ταινία.



Η Πόλεϊ προσθέτει ενδιαφέρον με διάσπαρτες σημειολογικές αναφορές που σχολιάζουν την ιστορία της, προϊδεάζοντάς μας συχνά για το τι θα συμβεί: μεταξύ άλλων η αρχική σκηνή με τη Μάργκο να μαγειρεύει, που θα πάρει άλλη διάσταση στο τέλος, η αναπαράσταση του μαστιγώματος του μοιχού κατά την επίσκεψη στο Λούισμπουργκ, η Μάργκο στο αναπηρικό καροτσάκι και οι εξηγήσεις περί φόβου που δίνει στον Ντάνιελ, ο πολύχρωμος γύρος του λούνα παρκ που όταν ανάβουν τα φώτα αποκαλύπτουν ένα θλιβερότατο και άθλιο σκηνικό, το επεισόδιο με την αδελφή τού Λου. Όλα οργανωμένα για να αναδείξουν τη σκηνοθετική άποψη ότι όσο κι αν τολμήσει κανείς, αν δεν βρει τι του φταίει - μπορεί άραγε; - πάλι θα καταλήξει στο ίδιο τέλμα.


Παρά τις αδυναμίες του, Το δικό μας βαλς μάς βάζει να σκεφτούμε για τις ανθρώπινες σχέσεις χωρίς να μας δίνει έτοιμες λύσεις και happy ending. Καλό θα ήταν βέβαια να μην τη δείτε με το ταίρι σας αν θέλετε να αποφύγετε αμήχανα μεταξύ σας βλέμματα.

[Τρέιλερ του Δικού μας βαλς με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]


Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο [Les neiges du Kilimandjaro - Ρομπέρ Γκεντιγκιάν, 2011]

Μπορεί ο αμερικανικός κινηματογράφος να διαθέτει τεχνική αρτιότητα και ζηλευτή λαϊκότητα, αλλά ο ευρωπαϊκός συχνά έχει αμεσότητα και εστιάζει περισσότερο σε καθημερινές καταστάσεις και καθημερινούς ανθρώπους. Το ιστολόγιο αυτό έχει ασχοληθεί κατ' επανάληψη με τον γαλλικό κινηματογράφο, που είναι από τις λίγες πλέον ευρωπαϊκές εθνικές κινηματογραφίες που έχουν μέχρι στιγμής αντέξει - με απώλειες, φυσικά - στον ανταγωνισμό του Χόλιγουντ. Στο μέτρο του δυνατού [η πρόσβαση σε ευρωπαϊκές ταινίες δεν είναι πάντα εύκολη] θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε τις αξιόλογες ευρωπαϊκές ταινίες, χωρίς βέβαια να αγνοούμε τις (εμπορικότερες) αμερικανικές.



Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν [γεννήθηκε στη Μασσαλία από πατέρα Αρμένη λιμενεργάτη και μητέρα Γερμανίδα, δηλώνει διεθνιστής και αριστερός] είναι ακριβώς μια ταινία που δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε να γυρίζεται στο Χόλιγουντ. Ο Μισέλ (Ζαν-Πιερ Νταρουσέν) εργάζεται σε κάποιο ναυπηγείο της Μασσαλίας. Η εταιρεία, μετά από διαπραγματεύσεις με το σωματείο, αποφασίζει να απολύσει (μετά από κλήρωση) είκοσι εργαζόμενους προκειμένου να συνεχίσει να λειτουργεί. Αν και ως συνδικαλιστής ο Μισέλ έχει "ασυλία", βάζει και το δικό του όνομα στην κληρωτίδα. Είναι στη λίστα αυτών που επιλέγονται από την τύχη - τραβάει ο ίδιος το όνομά του -  να απολυθούν. Η γυναίκα του, η Μαρί-Κλερ (Αριάν Ασκαρίντ), εργάζεται σε σπίτια φροντίζοντας ηλικιωμένους. Σε σχετικά καλύτερη μοίρα από τους υπόλοιπους ανέργους και χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις, προσπαθούν να αναδιοργανωθούν. Ταυτόχρονα, η πολύ καλή σχέση που έχουν μεταξύ τους τούς βοηθάει να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες. Όταν όμως κάποιοι μπαίνουν μέσα στο σπίτι τους και τους ληστεύουν, η ζωή τους αναστατώνεται. Και τα πράγματα περιπλέκονται όταν ο Μισέλ ανακαλύπτει ποιος είναι ο δράστης.


Πρωταγωνιστής στην ταινία είναι η ίδια η Μασσαλία. Όχι μια Μασσαλία τουριστική, αλλά μια πόλη δαρμένη από τον ήλιο και τον αέρα, με τα παράθυρα να βλέπουν στους γερανούς και τα πλοία του λιμανιού. Οι εργάτες ζουν στα στενοσόκακα, μακριά από τις γειτονιές των νεόπλουτων. Κι όμως αυτή η πόλη έχει τη γοητεία της με τις μικρές καθημερινές στιγμές, τα καφέ, τις αυλές. Η σκηνοθεσία επικεντρώνεται στις ανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσονται. Οι φιλίες, τα παιδιά και τα εγγόνια του Μισέλ και της Μαρί-Κλερ, οι σχέσεις με τους συναδέλφους, με τους ανθρώπους που φροντίζει η Μαρί-Κλερ, με τον σερβιτόρο ενός καφέ - χαρακτηριστικότατες σκηνές με ελληνικό κονιάκ! Οι ηθοποιοί δείχνουν ελευθερία κινήσεων μέσα στο κάδρο. Υπάρχει χιούμορ και ανθρωπιά. Αναδεικνύεται η δοτικότητα του ζευγαριού, που θα δοκιμαστεί προς το τέλος αλλά θα νικήσει. Μα πάνω απ' όλα, ο Γκεντιγκιάν καταφέρνει να μας μεταφέρει τον πολιτικό προβληματισμό του σχετικά με μια εργατική τάξη χωρίς συνείδηση, βαθιά διχασμένη. Εμπνευσμένος από τον Ζορές και τον Ουγκό [η ιδέα της ταινίας οφείλεται στο ποίημά του Les Pauvres Gens] θέτει ζητήματα σχετικά με το μέλλον της κοινωνίας (και της Αριστεράς μέσα σ' αυτήν).


Συνολικά, Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο είναι μια "λαϊκή" ταινία που καταφέρνει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος, χωρίς να καταφεύγει σε περίπλοκες λύσεις. Πλημμυρίζει ανθρωπιά και καθημερινή απλότητα. Μέσα από "ταπεινό" υλικό, ο Γκεντιγκιάν δημιουργεί τέχνη και αυτό είναι ήδη πολύ.


[Δείτε τρέιλερ του Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]