Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Ίντα [Ida - Πάβελ Παβλικόφσκι, 2013]

Ο πολωνικής καταγωγής σκηνοθέτης Πάβελ Παβλικόφσκι [Pawel Pawlikowski] - ζει στην Αγγλία από τα 14 του - έγινε κυρίως γνωστός με το Τελευταίο καταφύγιο [Last Resort, 2000]. Γεννημένος το 1957, έχει σπουδάσει λογοτεχνία, φιλοσοφία και, φυσικά, κινηματογράφο. Αρχικά ασχολήθηκε με το ντοκιμαντέρ για να περάσει στις μυθοπλαστικές ταινίες το 1998. Τώρα επιστρέφει στην πατρίδα του για να γυρίσει την Ίντα [Ida, 2013].

Μια νεαρή δόκιμη καθολική μοναχή, η Άννα, πρόκειται να ορκιστεί. Η ηγουμένη της την καλεί για να της πει πως πριν αφιερωθεί στη μοναστική ζωή, θα πρέπει να συναντηθεί με την οικογένειά της - δηλαδή, τη μόνη συγγενή που της έχει απομείνει, τη θεία της Βάντα, την οποία η Άννα δεν έχει γνωρίσει ποτέ. Η θεία Βάντα, αμφιλεγόμενη αλλά γοητευτική προσωπικότητα, είναι πρώην δικαστής της σταλινικής περιόδου και μοιάζει να αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα, μεταξύ των οποίων αυτό του αλκοολισμού. Όταν η Άννα μαθαίνει από τη θεία της ότι το πραγματικό της όνομα είναι Ίντα και είναι εβραϊκής καταγωγής, ο κόσμος της δείχνει να κλονίζεται. Μαζί θα προσπαθήσουν να ανακαλύψουν τι κρύβει η οικογενειακή τους ιστορία.



Τα υπέροχα καδραρίσματα, η ποιητική και μελαγχολική ασπρόμαυρη φωτογραφία, η εκφραστικότητα των προσώπων, η γυμνή ομορφιά του πολωνικού υπαίθριου και αστικού τοπίου, που μοιάζει μερικές φορές σαν να σπρώχνει τα πρόσωπα στις άκρες του κάδρου, καθιστούν την ταινία μια εξαιρετική εικαστική εμπειρία. Παρά τον κάποιο εξωραϊσμό του πολωνικού καθολικισμού, η Ίντα είναι ένα συγκλονιστικό οδοιπορικό στην Πολωνία του '60, αλλά και μια υπαρξιακή αναζήτηση της ομώνυμης ηρωίδας, που διχάζεται ανάμεσα στην καθολική της πίστη και σε όλα όσα συμβολίζει η θεία Βάντα - Εβραία, κομουνίστρια, κυνική, αλκοολική, φιλήδονη. Δεν θα αναζητήσουν μόνο τις απαντήσεις στα μυστικά του παρελθόντος, αλλά και θα αφήσουν η κάθε μια ανεξίτηλο ίχνος πάνω στη ζωή της άλλης. Οι συμβολισμοί σε σχέση με την Πολωνία - παρελθόν, παρόν και μέλλον - είναι εύγλωττοι και προσφέρονται για ποικίλες αναγνώσεις. Συνολικά, ένα εξαιρετικό σύγχρονο δείγμα του Πολωνικού κινηματογράφου με τη μεγάλη παράδοση.


Δείτε το τρέιλερ της Ida με αγγλικούς υπότιτλους από το YouTube


Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Κι αν σου κάτσει; [Whatever Works - Γούντι Άλεν, 2009]

Το Κι αν σου κάτσει; του Γούντι Άλεν ξεκινάει με ένα τραγουδάκι του Γκράουτσο Μαρξ να παίζει την ώρα που στην οθόνη βλέπουμε τους τίτλους της αρχής. Φυσικά, δεν είναι καθόλου τυχαία η επιλογή. Πέρα από το ό,τι τα λόγια του τραγουδιού συνοψίζουν την αίσθηση προσωρινότητας της ζωής που θέλει να μας μεταδώσει ο μεγάλος Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης [“Hello, I must be going”], αποτελεί ταυτόχρονα και έναν φόρο τιμής στον κωμικό που τον επηρέασε ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Άλλωστε, το είχε κάποτε ο ίδιος δηλώσει ότι ο Γκράουτσο ήταν στην κορυφή της λίστας με τους λόγους για τους οποίους συνέχιζε να ζει.

Σήμερα, που ο Άλεν πλησιάζει πια τα 80, είναι καιρός να αποτιμηθούν όλα αυτά που έφερε στον σύγχρονο κινηματογράφο. Όταν πρωτοεμφανίστηκε, στη δεκαετία του 1960, στο σινεμά επικρατούσε η φαρσοκωμωδία με έμφαση στην κίνηση – αποκορύφωμα το καταπληκτικό Πάρτι του Μπλέικ Έντουαρντς με τον Πίτερ Σέλερς [1968]. Ο γυαλάκιας από το Μπρονξ έδωσε στην κωμωδία υπαρξιακό βάθος, σοφιστικέ διαλόγους με ανυπέρβλητο λεκτικό χιούμορ και φοβερές ατάκες, και έναν μοναδικό νευρωτικό σπασίκλα ήρωα που του επέτρεπε να επιδίδεται σε έναν αμείλικτο αυτοσαρκασμό.



Ακόμη κι όταν αργότερα σταμάτησε να ασχολείται αποκλειστικά με την κωμωδία κι άρχισε να καταπιάνεται με άλλα είδη [δείχνοντας την επίδραση πάνω του Ευρωπαίων κινηματογραφιστών όπως ο Μπέργκμαν και ο Φελίνι], οι ταινίες του ποτέ δεν έπαψαν να διαθέτουν το γνωστό εκλεπτυσμένο χιούμορ. Άλλωστε, όλες – όσο διαφορετικές κι αν είναι – κατά βάθος με τα ίδια θέματα καταπιάνονται: έρωτας, θάνατος, το νόημα της ζωής – ή η ανυπαρξία του. Είναι προφανής η επίδραση του Υπαρξισμού στο έργο του και η αίσθηση του παραλόγου, συνδυασμένη με το παράδοξο που φέρνει η εβραϊκή παράδοση. [ Όπως λέει κάπου: «Έγραψα ένα τεστ στον Υπαρξισμό – άφησα όλα τα ερωτήματα αναπάντητα και πήρα άριστα.»]


Το χιούμορ του στηρίζεται σε δύο, κυρίως, άξονες:

  •             Στο ανακάτεμα σπουδαίων ζητημάτων με πεζά, καθημερινά πράγματα. Πχ, «Όχι μόνο δεν υπάρχει Θεός, αλλά κυριακάτικα στη Νέα Υόρκη ούτε υδραυλικό δεν βρίσκεις.»
  •             Στην αντιστροφή γνωστών κλισέ. Πχ, «Κάποτε ο παππούς μου μού χάρισε μια σφαίρα. Τη φύλαξα στο σακάκι μου, στην τσέπη της καρδιάς. Όταν σε έναν καβγά, μου πέταξαν μια Βίβλο, η σφαίρα μού έσωσε τη ζωή.»


Όλα τα παραπάνω τα συναντάμε κατά κόρο στο Κι αν σου κάτσει;. Μπορεί να γυρίστηκε το 2009, αλλά η πρώτη σεναριακή μορφή του ανάγεται στη δεκαετία του 1970. Είναι λοιπόν ένας Γούντι Άλεν απ’ τα παλιά. Η πιο σημαντική διαφορά είναι πως τον νευρωτικό ήρωα παίζει ο άγνωστος στην Ελλάδα ηθοποιός Λάρι Ντέιβιντ. Ο Μπόρις Γέλνικοφ είναι ένας 60άρης Νεοϋορκέζος, πρώην καθηγητής πανεπιστημίου, παρ’ ολίγον υποψήφιος νομπελίστας φυσικός, και νυν καθόλου υπομονετικός δάσκαλος σκακιού, που γεμάτος θεωρίες και ιδιοτροπίες προσπαθεί να ζήσει παρά τη βαθιά του πεποίθηση για το παράλογο του κόσμου ετούτου. Ο κυνικός Μπόρις θα δει την τακτοποιημένη του αλλά άχαρη ζωή να ανακατεύεται όταν περιμαζεύει από οίκτο την 20χρονη Μέλοντι [Έβαν Ρέιτσελ Γουντ] που έφυγε από το σπίτι της στον Νότο για να βρει την τύχη της στην αμερικανική μεγαλούπολη. Η απλοϊκή νεαρή δεν μπορεί αρχικά να παρακολουθήσει το χιούμορ και τον εξεζητημένο τρόπο σκέψης του πρωτευουσιάνου διανοούμενου. Σιγά-σιγά όμως επηρεάζεται από αυτόν – ξεκαρδιστικός ο τρόπος που προσπαθεί να μιλήσει σαν αυτόν χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνει τι λέει – και βέβαια αρχίζει κι εκείνη να επιδρά πάνω του. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν στην υπόθεση προστίθενται και άλλα πρόσωπα δημιουργώντας απίθανα κωμικές καταστάσεις.


Ίσως η ελληνική μετάφραση του Whatever Works να θολώνει κάπως αυτό που έχει κατά νου ο σκηνοθέτης και μαρτυρά εύγλωττα ο τίτλος: πάρε τη ζωή σου όπως έρθει, χωρίς προκατασκευασμένες αντιλήψεις, διάλεξε αυτό που σε βοηθάει να ζήσεις κι όχι αυτό που «πρέπει». Ωστόσο, η ταινία δεν χρήζει κάποιας ερμηνευτικής διαμεσολάβησης. Όλα είναι κρυστάλλινα και απολαυστικά, με τον παλιό καλό τρόπο του Γούντι Άλεν, με τις χαλαρά στημένες σκηνές, τα μεσαία καδραρίσματα, την ευκίνητη κάμερα, με τον πρωταγωνιστή συχνά να απευθύνεται στο κοινό σαν να επιδιώκει την υποστήριξή του. Όλα δίνουν μια αμεσότητα, μια ελαφρότητα, μια προσωρινότητα. Σαν να σου λέει: Αυτό που βλέπεις είναι περαστικό, φευγαλέο. Δεν έχουν σημασία οι απαντήσεις. Σημασία έχει να αναρωτιέσαι, να σκέφτεσαι, να ζεις.

[Τρέιλερ του Whatever Works από το YouTube]




Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Λοξή γωνία λήψης [Dutch angle]

Λοξή γωνία λήψης ή λοξό καδράρισμα [Dutch angle, Dutch tilt, canted angle, oblique angle, German angle]

Πρωτοχρησιμοποιήθηκε πιθανότατα το 1919, στη γερμανική ταινία «Το εργαστήριο του Δρ. Καλιγκάρι» του Ρόμπερτ Βίνε, για να δοθεί έμφαση στις σκηνές τρέλας και στην κοινωνική καταστροφή που βίωνε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
Ο Ντζίγκα Βερτόφ τις χρησιμοποιεί κατά κόρο στον «Άνθρωπο με την κινηματογραφική μηχανή» (1929) μαζί με άλλες πρωτοποριακές τεχνικές.
Η λοξή γωνία χρησιμοποιείται από τον Γερμανικό Εξπρεσιονισμό για να τονίσει την τρέλα, την ανησυχία, τον εξωτισμό και την απώλεια προσανατολισμού. [Μάλλον ο όρος "Dutch" (=ολλανδική) αποτελεί παρανόηση λόγω του ομόηχου Deutsch (=γερμανική)]. 
Ο Όρσον Γουέλς χρησιμοποίησε πολλά λοξά κάδρα στον «Πολίτη Κέιν», αλλά το κινηματογραφικό έργο που θεωρείται σταθμός στη χρήση τους είναι «Ο τρίτος άνθρωπος» (Κάρολ Ριντ, 1949). [Υπάρχει και το ανέκδοτο ότι μετά το τέλος της ταινίας το συνεργείο έκανε δώρο στον Ριντ ένα αλφάδι.]


Αργότερα οι λοξές γωνίες χρησιμοποιήθηκαν πολύ στο φιλμ νουάρ και σε ταινίες τρόμου. Στους σκηνοθέτες που τις αγαπούν ανήκει ο Χίτσκοκ [πχ, στο «Χέρι που σκοτώνει» – Shadow of a Doubt, 1943] αλλά και νεότεροι όπως ο Τέρι Γκίλιαμ και ο Τιμ Μπέρτον.




Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Το μπάσκετ στον κινηματογράφο

Οι Αμερικανοί θεωρούν το μπάσκετ "δικό τους" παιχνίδι και είναι λογικό η κινηματογραφική τους βιομηχανία να ασχολείται κατά κόρον με αυτό. [Όσο κι αν έψαξα, ευρωπαϊκή ταινία για το μπάσκετ δεν βρήκα.] Τα αγαπημένα θέματα των Αμερικανών είναι το κολεγιακό μπάσκετ, τα φυλετικά προβλήματα στον χώρο του μπάσκετ, το άθλημα ως διέξοδος από τη μιζέρια και τα ναρκωτικά, ο προπονητής και οι προσπάθειές του να πειθαρχήσει ένα ανομοιογενές σύνολο.

Εμείς οι Έλληνες αγαπήσαμε το μπάσκετ με τον Νίκο Γκάλη και τους υπόλοιπους μεγάλους του θριάμβου του Ευρωπαϊκού του 1987. Το άθλημα έβγαλε ρίζες βαθιές στη χώρα μας και ήρθαν και οι υπόλοιπες μεγάλες επιτυχίες. Αυτό όμως που καμαρώνω περισσότερο είναι όλα εκείνα τα παιδιά που βγάζουν το ερασιτεχνικό τους ταλέντο και πάθος κάτω από τις μπασκέτες από τις οποίες είναι γεμάτη πια η Ελλάδα. Εκεί γεννήθηκε και η δική μου ιδέα γι' αυτό το σύντομο αφιέρωμα.


Όλες οι ταινίες κυκλοφορούν είτε σε βιντεοκλάμπ είτε στο διαδίκτυο - και με ελληνικούς υπότιτλους, αν και όχι πάντα κατανοητούς. Αν είναι να τις δείτε με τα παιδιά σας, ελέγξτε εάν είναι κατάλληλες - κάποιες έχουν αρκετά σκληρές σκηνές. Για πληροφορίες σχετικά με το πώς κατεβάζουμε ταινίες από το διαδίκτυο δείτε το αντίστοιχο άρθρο μας.


Ο δρόμος προς τη δόξα [Glory Road - Τζέιμς Γκάρτνερ, 2006]


Ο πρώην προπονητής γυναικείας ομάδας μπάσκετ (λευκός) Ντον Χάσκινς (Τζος Λούκας) αναλαμβάνει μια κολεγιακή ομάδα στο Ελ Πάσο του Τέξας. Όταν στην ομάδα οι μαύροι πλειοψηφούν, αρχίζουν οι πρώτες ρατσιστικές αντιδράσεις. Ο Χάσκινς απαντά κατεβάζοντας μια ομάδα που αποτελείται μόνο από μαύρους. Η ταινία αναπαριστά πραγματικά περιστατικά και, όπως είναι φυσικό, προκάλεσε έντονες συζητήσεις και διαμάχες.

Οι αχτύπητοι [Blue Chips - Γουίλιαμ Φρίντκιν, 1994]


Ο Πιτ Μπελ (Νικ Νόλτε) προπονεί μια κολεγιακή ομάδα που πάει από το κακό στο χειρότερο. Μπαίνει στο δίλημμα αν θα πρέπει να χρησιμοποιήσει "δώρα" για να προσελκύσει στην ομάδα αξιόλογους παίκτες - κάτι που δεν επιτρέπεται. Στην ταινία πρωταγωνιστεί ο Σακίλ Ο'Νιλ ενώ συμμετέχουν σε μικρότερους ρόλους πολλοί γνωστοί αστέρες του ΝΒΑ.

Οι λευκοί δεν μπορούν να πηδήξουν [White Men Can't Jump - Ρον Σέλτον, 1992]


Ο μαύρος Σίντνεϊ (Γουέσλι Σνάιπς) και ο λευκός Μπίλι (Γούντι Χάρελσον) έρχονται αντιμέτωποι σε έναν αγώνα μπάσκετ σε μια γειτονιά του Λος Άντζελες. Ο Μπίλι αποδεικνύεται πολύ καλύτερος από όσο θα περίμενε κανείς από έναν λευκό. Ωστόσο, τα πράγματα περιπλέκονται, όταν γίνεται γνωστό ότι ποντάρει στην υποτίμησή του εκ μέρους των μαύρων για να κερδίζει στοιχήματα και ο Σίντνεϊ τού προτείνει να συνεργαστούν.

Πάθος για το μπάσκετ [Hoosiers - David Anspaugh, 1986]


Ο Νόρμαν Ντέιλ (Τζιν Χάκμαν) έρχεται σε μια μικρή πόλη της Ιντιάνα για να προπονήσει την ομάδα του γυμνασίου της. Από την πρώτη στιγμή θα έρθει σε σύγκρουση με τους κατοίκους, που υπεραγαπούν την ομάδα και θέλουν να έχουν λόγο στις προπονητικές επιλογές. Ο Ντέιλ δεν ανέχεται τις έξωθεν επεμβάσεις και ακολουθεί το δικό του αυστηρό πρόγραμμα για να "δέσει" την ομάδα. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η ομάδα κόντρα σε τόσες αντιξοότητες; Το Πάθος για το μπάσκετ ξεπερνά τα όρια μιας απλής μπασκετικής ταινίας, κυρίως λόγω της δυναμικής που της δίνουν οι συγκρούσεις των χαρακτήρων. Συμπρωταγωνιστούν η Μπάρμπαρα Χέρσεϊ και ο Ντένις Χόπερ [κέρδισε Όσκαρ β' ανδρικού ρόλου].

Παιχνίδι έρωτα και μπάσκετ [Love and Basketball - Gina Prince-Bythewood, 2000]


Χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, όπως οι αγώνες μπάσκετ, το φιλμ μιλάει για την αγάπη για το μπάσκετ δύο νεαρών μαύρων, της Μόνικας (Σάνα Λέιθαν) και του Κουίνσι (Ομάρ Επς), αλλά και τον δύσκολο έρωτα που αναπτύσσεται ανάμεσα στα δύο γειτονόπουλα ήδη από τα 11 τους χρόνια. Το μπάσκετ θα τους ενώνει αλλά και θα τους χωρίζει σε όλη τη διαδρομή τους μέσα από το πανεπιστήμιο και στα μετέπειτα χρόνια. Πόσο θα αντέξουν οι δυο τους έρωτες;

Above the Rim [Τζεφ Πόλακ, 1994]


Ο Κάιλ (Ντουέιν Μάρτιν) είναι ένας πολλά υποσχόμενος νεαρός μπασκετμπολίστας στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης που διεκδικεί μια αθλητική υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Τζόρτζταουν της Ουάσιγκτον. Θα διχαστεί ανάμεσα στη συμπάθειά του προς τον παιδικό φίλο και νυν έμπορο ναρκωτικών Μπέρντι (Τουπάκ Σακούρ) και τον Σεπ (Λίον Ρόμπινσον), πρώην παίκτη που αναλαμβάνει να προπονήσει την τοπική ομάδα στην οποία παίζει ο Κάιλ. Πού θα οδηγηθεί η σύγκρουση αυτών των δύο, που έχουν περισσότερα κοινά από ό,τι αρχικά φαίνεται;

Coach Carter [Τόμας Κάρτερ, 2005]


Ο επιτυχημένος ιδιοκτήτης καταστήματος αθλητικών ειδών Κεν Κάρτερ (Σάμιουελ Λ. Τζάκσον) αναλαμβάνει τη γυμνασιακή ομάδα του Ρίτσμοντ της Καλιφόρνιας, στην οποία έπαιζε κάποτε και ο ίδιος. Ο Κάρτερ έρχεται αντιμέτωπος με μια εντελώς απειθάρχητη ομάδα. Ζητάει από τους παίκτες του να υπογράψουν συμβόλαιο τιμής σε σχέση με τη συμπεριφορά τους. Η ομάδα αρχίζει να έχει αγωνιστικές επιτυχίες. Ωστόσο, όταν ο Κάρτερ μαθαίνει ότι παραμελούν τα μαθήματά τους, αποφασίζει να πάρει πιο δραστικά μέτρα.

Man to Man [He Got Game - Spike Lee, 1998]


Η σύγκρουση γιου και πατέρα είναι το κεντρικό θέμα της ταινίας του πολύ γνωστού μαύρου σκηνοθέτη Σπάικ Λι. Ο Τζέικ (Ντένζελ Ουάσιγκτον) είναι στη φυλακή επειδή σκότωσε κατά λάθος τη γυναίκα του όταν ο γιος του, ο Τζίσους, ήταν 12 χρονών. Τώρα, ο Τζίσους (Ρέι Άλεν, γνωστός αστέρας του ΝΒΑ) έχει γίνει ένας από τους πιο περιζήτητους νεαρούς παίκτες για τις επιλογές των αμερικανικών πανεπιστημίων. Ο διευθυντής της φυλακής προτείνει στον Τζέικ να μειώσει δραστικά την ποινή του αν καταφέρει να επηρεάσει τον Τζίσους στην επιλογή πανεπιστημιακής ομάδας. Εκείνος δέχεται, όμως οι σχέσεις πατέρα-γιου κάθε άλλο παρά καλές είναι.
[Δείτε εδώ ολόκληρη την ταινία στο YouTube, χωρίς υπότιτλους]


Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Το μερίδιο των αγγέλων [The Angels' Share - Κεν Λόουτς, 2012]

Το σινεμά του Κεν Λόουτς δεν υπέκυψε ποτέ στο Χόλιγουντ. Από πολλούς τού δίνεται η (υποτιμητική) ταμπέλα του "σοσιαλιστικού ρεαλισμού", αλλά φαντάζομαι αυτό είναι ένα τίμημα που πρέπει να πληρώσει ένας αριστερών πεποιθήσεων κινηματογραφιστής που δεν έχει καμιά διάθεση να μείνει σιωπηλός απέναντι σε αυτά που βλέπει γύρω του. Σε έναν κόσμο όπου η (ιδεολογική) κυριαρχία των δυνάμεων της αγοράς - με ό,τι αυτό συνεπάγεται - θεωρείται πια δεδομένη και αυτονόητη, ο Λόουτς γυρίζει ταινίες για τον Ισπανικό Εμφύλιο, την Νικαραγουανή επανάσταση, τον Ιρλανδέζικο αγώνα για την ανεξαρτησία από τους Εγγλέζους, και την καθημερινή ζωή μεταναστών, ανέργων και άλλων περιθωριακών στη Γλασκόβη και σε άλλες πόλεις της Βρετανίας. Πάντα παράδοξα ρομαντικός και αισιόδοξος [Ο Γκράμσι κάποτε μιλούσε για την απαισιοδοξία της γνώσης και την αισιοδοξία της βούλησης], ο Λόουτς μάς προσφέρει ταινίες που μιλάνε τόσο στο μυαλό όσο και στην καρδιά.



Στο Μερίδιο των Αγγέλων ο Λόουτς καταπιάνεται με μια ομάδα περιθωριακών στη Γλασκόβη που το Δικαστήριο καταδικάζει σε ποινές κοινωνικής εργασίας. Το κεντρικό πρόσωπο, ο Ρόμπι (Πολ Μπράνιγκαν), έχει διάφορες προηγούμενες μικροκαταδίκες, κυρίως, για βίαιη συμπεριφορά. Η σύντροφός του περιμένει παιδί και ο Ρόμπι αποφασίζει να αλλάξει τρόπο ζωής για χάρη του παιδιού του. Στην προσπάθεια αυτή θα βρει αρωγό τον Χάρι (Τζον Χένσοου), υπεύθυνο της κοινωνικής εργασίας εκ μέρους του Δήμου, ο οποίος θα πιστέψει στην ειλικρίνεια των προθέσεών του. Ο Χάρι θα τον ενθαρρύνει να ασχοληθεί με τα μυστικά της παραγωγής του ουίσκι, μια και συμπτωματικά διαπιστώνει ότι ο νεαρός έχει ιδιαίτερο ταλέντο στην όσφρηση και τη γεύση. Όμως το παρελθόν του Ρόμπι δεν θα τον αφήσει σε ησυχία. Ο μόνος τρόπος για να μείνει με τη σύντροφο και τον γιο του είναι να βγάλει χρήματα. Μαζί με τρεις ακόμη φίλους του από την κοινωνική εργασία θα προσπαθήσει να στήσει μια κομπίνα, εκμεταλλευόμενοι τις γνώσεις που έχει αποκτήσει για το ουίσκι και το ταλέντο του. Θα καταφέρει η άπειρη και γκαφατζίδικη παρέα να φέρει σε πέρας το παράτολμο εγχείρημα;



Για άλλη μια φορά, ο Λόουτς [δείτε εδώ τη φιλμογραφία του], με τη συνεργασία του συνήθη τα τελευταία χρόνια σεναριογράφου του, Πολ Λάβερτι, φτιάχνει μια ιστορία γεμάτη ανθρωπιά, χιούμορ και αισιοδοξία. Οι ηθοποιοί του - ερασιτέχνες στην πλειοψηφία τους - δείχνουν πολλές φορές να αυτοσχεδιάζουν, αλλά η στιβαρή σκηνοθεσία δεν στερεί την ταινία από την αληθοφάνειά της. [Κορυφαία σκηνή της ταινίας η συνεύρεση του Ρόμπι με το πρώην θύμα της βιαιότητάς του, που έχει χάσει μεταξύ άλλων και την όραση από το ένα μάτι, και με την οικογένειά του.] Η ηλιόλουστη (στην ταινία) Γλασκόβη, το Εδιμβούργο, αλλά και τα γύρω Χάιλαντς, είναι το πανέμορφο σκηνικό όπου οι ήρωες προσπαθούν να επιβιώσουν ανάμεσα σε εχθρικούς ανθρώπους. Διέξοδός τους τα αποστακτήρια του ουίσκι. Εκεί έρχονται σε επαφή με έναν καινούργιο γοητευτικό κόσμο, όπου η εργασία είναι χαρά και το προϊόν της απόλαυση. Η σκηνοθεσία δεν καταδικάζει τις πράξεις των τεσσάρων φίλων. Πουθενά το κίνητρό τους δεν φαίνεται να είναι η απληστία ή άλλο ποταπό συναίσθημα - αντίθετα, η γενναιοδωρία κυριαρχεί. Στο κάτω-κάτω, είναι άραγε έγκλημα να διεκδικείς (έστω και χωρίς νόμιμα μέσα) μια ελάχιστη θέση στον ήλιο σε έναν κόσμο που δίνει σε κάποιους το δικαίωμα να πληρώνουν 1,2 εκατομμύρια λίρες για ένα βαρελάκι (θεσπέσιο) μαλτ ουίσκι;


Αν θέλετε να χαμογελάσει η ψυχή σας μέχρι τα βάθη της, δείτε αυτή την απλή αλλά και συγκινητική ταινία. Ίσως νιώσετε αυτό το 2% από το ουίσκι που χάνεται για πάντα κατά την παλαίωση [αυτό είναι το "μερίδιο των αγγέλων" - να είναι όμως αυτό και το μερίδιο που δικαιούνται στη ζωή κάποιοι άλλοι "άγγελοι";] να έρχεται να μπαίνει μέσα σας χαρίζοντάς σας λίγη από τη χαρά των ουρανών.

[Τρέιλερ του Μερίδιου των αγγέλων με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]


Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Ταινίες για το ποδόσφαιρο

Τώρα που η ποδοσφαιρική χρονιά τελειώνει και αναμένεται ένα ήρεμο καλοκαίρι, χωρίς παγκόσμια ή πανευρωπαϊκά κύπελλα, είναι ευκαιρία να ρίξουμε μια ματιά στις ταινίες (μυθοπλασίας) που έχουν ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο, Οι περισσότερες που βρίσκει κανείς, χωρίς να είναι κακές, δεν διεκδικούν δάφνες κινηματογραφικής ποιότητας. Ωστόσο, σε όσους αγαπούν τον "βασιλιά των σπορ" είμαι σίγουρος πως θα προσφέρουν μερικές απολαυστικές στιγμές.

Ο 12χρονος γιος μου κι εγώ ήδη ετοιμαζόμαστε για αξέχαστα ποδοσφαιρικά-κινηματογραφικά βράδια στην οθόνη της τηλεόρασής μας, μέσω του USB και του DVDplayer. Σ' αυτόν άλλωστε οφείλω την ιδέα του αφιερώματος αυτού.

Ας σημειωθεί ότι όλες οι ταινίες υπάρχουν στο διαδίκτυο. Κάποιες από αυτές μάλιστα μπορείτε να τις παρακολουθήσετε online στο YouTube χωρίς όμως ελληνικούς υπότιτλους. Ελληνικοί υπότιτλοι - ανεξάρτητα αρχεία - κυκλοφορούν κυρίως στο opensubtitles.org. Για το Κύπελλο και το Δύο ημιχρόνια στην κόλαση βρήκα μόνο αγγλικούς υπότιτλους, αλλά στο μέλλον θα ανεβούν πιθανότατα και ελληνικοί. Για το πώς κατεβάζουμε ταινίες από το διαδίκτυο, μπορείτε να συμβουλευτείτε το αντίστοιχο άρθρο μας.

Γκολ! [Goal! The Dream Begins - Ντάνι Κάνον, 2005]


Ο μικρός Σαντιάγο και η οικογένειά του περνάνε κρυφά τα σύνορα από το Μεξικό στις ΗΠΑ για να βρουν καλύτερη τύχη στο Λος Άντζελες. Στην εφηβεία του ο Σαντιάγο εξελίσσεται σε εξαιρετικό ποδοσφαιριστή. Η ευκαιρία για ανάδειξη τού δίνεται όταν τον βλέπει ένας πρώην ποδοσφαιριστής και τον φέρνει σε επαφή με την αγγλική Νιούκασλ Γιουνάιτεντ. Η ταινία γυρίστηκε σε συνεργασία με τη FIFA και γι' αυτό υπάρχουν πάρα πολλές πραγματικές φάσεις από αγώνες και αληθινοί ποδοσφαιριστές.

Γκολ! 2: Ζώντας το όνειρο [Goal II: Living the Dream - Jaume Collet-Serra, 2007]


Αφού καθιερώνεται στη Νιούκασλ, ο Σαντιάγο ετοιμάζεται για εκτίναξη της καριέρας του με μεταγραφή στη Ρεάλ Μαδρίτης. Στις αληθινές φάσεις της ταινίας εμφανίζεται ο Ζιντάν, ο Μπέκαμ και πολλοί άλλοι αστέρες του ποδοσφαίρου, ενώ υπάρχουν και στιγμιότυπα από αγώνα της Ρεάλ με τον Ολυμπιακό.

Δύο ημιχρόνια στην κόλαση [Két félidö a pokolban - Ζολτάν Φάμπρι, 1963]
Την άνοιξη του 1944, οι Ναζί θέλουν να οργανώσουν έναν ποδοσφαιρικό αγώνα για να τιμήσουν τα γενέθλια του Χίτλερ. Προτείνουν σε έναν πολύ γνωστό Ούγγρο ποδοσφαιριστή να φτιάξει μια ομάδα από συμπατριώτες του για να αντιμετωπίσουν μία γερμανική ομάδα, απαιτώντας βέβαια να αποκλείσει οποιονδήποτε Εβραίο. Ο εξαιρετικός σκηνοθέτης οδηγεί την ταινία σε μία μοναδική δραματική κορύφωση.



Η μεγάλη απόδραση των 11 [Victory - Τζον Χιούστον, 1981]
Ταινία που στηρίχτηκε στην ίδια ιδέα με το Δύο ημιχρόνια στην κόλαση. Ο ιθύνων νους της ομάδας των συμμάχων στο στρατόπεδο των αιχμαλώτων πολέμου είναι πλέον ένας Βρετανός αξιωματικός (Μάικλ Κέιν). Εδώ ο στόχος της απόδρασης είναι πιο άμεσος. Στην ταινία συμμετέχουν δεκάδες γνωστοί ηθοποιοί αλλά και ποδοσφαιριστές (Πελέ, Μπόμπι Μουρ, Αρντίλες, Ντέινα, κ.α.).

Κάν' το όπως ο Μπέκαμ [Bend it Like Beckham - Γκουρίντερ Τσάντα, 2002]


Η Τζεσμίντερ, μια 18χρονη Βρετανίδα ινδικής καταγωγής, λατρεύει το ποδόσφαιρο, αλλά οι παραδοσιακοί γονείς της φρικιούν στην ιδέα να παίζει η κόρη τους σε ομάδα. Η νεαρή πάει κρυφά στην Γερμανία για να συμμετάσχει σε αγώνα και ξεκινάει μια φιλική σχέση με μια συμπαίκτριά της που θα της δώσει πολύτιμη βοήθεια. Παράλληλα, παρακολουθούμε τις προετοιμασίες για τον γάμο της αδερφής τής Τζες και τη σύγκρουση ανάμεσα στο καθήκον της απέναντι στην οικογένειά της και την κουλτούρα της, από τη μια, και την αγάπη της για το ποδόσφαιρο, από την άλλη.

Μπάλα για καταραμένους [The Damned United - Τομ Χούπερ, 2009]


Πρόκειται για την 44μερη θητεία του διάσημου Άγγλου προπονητή Μπράιαν Κλαφ στη Λιντς Γιουνάιτεντ το 1974 [μετά τη φοβερή καριέρα του στη Ντέρμπι - την οδήγησε για πρώτη φορά στην ιστορία της από τις χαμηλές κατηγορίες στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος - και πριν πάει στη Νότιγχαμ]. Ο Κλαφ απεχθάνεται το σκληρό παιχνίδι που έχει ενθαρρύνει ο προκάτοχός του και προσπαθεί να αλλάξει το στιλ της ομάδας. Θα έρθει αντιμέτωπος με πάρα πολλές αντιξοότητες μέσα και έξω από το γήπεδο.

Το κύπελλο [Phörpa - Khyentse Norbu, 1999]
Κωμωδία με δύο νεαρούς θιβετιανούς μοναχούς, που τρελαμένοι με το ποδόσφαιρο προσπαθούν απεγνωσμένα να εξασφαλίσουν μια τηλεόραση για να παρακολουθήσουν στο απομονωμένο μοναστήρι τους στα Ιμαλάια τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1998.

Fever Pitch [Ντέιβιντ Έβανς, 1997]
Βασισμένη σε ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Νικ Χόρνμπι (και πάνω σε δικό του σενάριο), η ταινία μάς αφηγείται τη σχέση πάθους ανάμεσα στον φιλόλογο καθηγητή Πολ (Κόλιν Φερθ) και την αγαπημένη του ομάδα, την Άρσεναλ. Τι θα συμβεί όταν ο Πολ θα ερωτευτεί τη συνάδελφό του Σάρα και τα αισθήματά του έρθουν σε σύγκρουση; Και όλα αυτά, ενώ παρακολουθούμε μια καταπληκτική χρονιά για την Άρσεναλ (1988-1989).


United [Τζέιμς Στρονγκ, 2011]
Η ιστορία των Μπέμπηδων (Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ) του Ματ Μπάσμπι, της νεανικότερης ομάδας που κέρδισε ποτέ το Πρωτάθλημα Αγγλίας (1957) και του τραγικού αεροπορικού δυστυχήματος στο Μόναχο, κατά την επιστροφή τους από το Βελιγράδι όπου είχαν κερδίσει τη συμμετοχή τους στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, που κόστισε τη ζωή οκτώ παικτών της. Η ταινία καταφέρνει να μεταδώσει στον θεατή κάτι από την ατμόσφαιρα των αποδυτηρίων και των προπονήσεων της θρυλικής εκείνης ομάδας - αποφεύγοντας όμως να δείξει σκηνές από αγώνα.



Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Τζάνγκο: Ο Τιμωρός [Django Unchained - Κουέντιν Ταραντίνο, 2012]

Δεν θα έλεγα ότι το κλίμα που έβλεπα να διαμορφώνεται απέναντι στην τελευταία ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο με ενέπνεε να την παρακολουθήσω. Δεξιά κι αριστερά άκουγα για αδικαιολόγητη επίδειξη βίας και για επανάληψη των εμμονών του σκηνοθέτη [ποιος σκηνοθέτης άραγε δεν έχει εμμονές;]. Με κρύα καρδιά ξεκίνησα να το βλέπω, αλλά ο Τζάνγκο: Ο Τιμωρός [αδυνατώ να καταλάβω γιατί οι διανομείς δεν μετέφεραν το όνομα στα ελληνικά] με καθήλωσε από τις πρώτες σκηνές. Έχοντας δει πριν από χρόνια τον Τζάνγκο [1966] του Σέρτζιο Κορμπούτσι, φοβόμουν πως ο Τιμωρός θα ήταν κάποια μορφή sequel. Καμιά σχέση. Πέρα από κάποιες γενικές ιδέες, αναφορές, τραγούδια [καταπληκτικές οι μουσικές επιλογές] και την παρουσία του τότε πρωταγωνιστή, του Φράνκο Νέρο, σε έναν μικρό ρόλο, το σενάριο είναι εντελώς πρωτότυπο. Αυτό που παρακολουθούμε εδώ είναι ένα συγκλονιστικό ξανακοίταγμα στο ιστορικό παρελθόν των Ηνωμένων Πολιτειών και στη Δουλεία. Και όσο κι αν αυτό ενόχλησε πολλούς - "λευκούς" και "μαύρους" [οι όροι δεν είναι πια "πολιτικά ορθοί"], για διαφορετικούς λόγους - κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο Ταραντίνο το κάνει με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο.


Δύο χρόνια πριν την έναρξη του Αμερικανικού Εμφύλιου Πολέμου, ο Δόκτωρ Κινγκ Σουλτς [Κρίστοφ Βαλτς], Γερμανός μετανάστης, πρώην οδοντίατρος και νυν κυνηγός επικηρυγμένων, ελευθερώνει τον σκλάβο Τζάνγκο [Τζέιμι Φοξ] για να τον βοηθήσει να αναγνωρίσει κάποιους καταζητούμενους. Οι δυο τους θα σχηματίσουν ένα ιδιότυπο ζευγάρι ανθρώπων του νόμου που θα καταφέρει να εξοντώσει επικερδώς όσους παράνομους βρεθούν στον δρόμο τους. Όμως, ο πλουτισμός δεν είναι αυτό που επιδιώκει ο Τζάνγκο. Ο σκοπός του είναι να βρει τη γυναίκα του, την Μπρουμχίλντα [Κέρι Γουάσινγκτον], που για τιμωρία πουλήθηκε χωριστά από αυτόν. Ο Σουλτς υπόσχεται να τον βοηθήσει. Η αναζήτησή τους θα τους οδηγήσει στην Κάντιλαντ και στον ιδιοκτήτη της Κάλβιν Κάντι [Λεονάρντο Ντι Κάπριο]. Ο ιδιόρρυθμος Νότιος "ευγενής" (και "φρενολόγος", όπως ισχυρίζεται) Κάντι βάζει σκλάβους να παλεύουν μεταξύ τους μέχρι θανάτου. Έχει μια προσωπική ημιπαρανοϊκή αίσθηση περί τιμής και δικαιοσύνης, ψευτοαριστοκρατικούς τρόπους, φρικτό γούστο, μια χήρα αδερφή - κάπως μπαγιάτικη εκδοχή της Νότιας αριστοκράτισσας καλλονής - και έναν πιστό γέρο σκλάβο - σχεδόν πατέρα, σύμβουλο και άγρυπνο Κέρβερο, φρουρό των συμφερόντων του - τον Στίβεν [Σάμιουελ Λ. Τζάκσον]. Σουλτς και Τζάνγκο καταστρώνουν ένα επικίνδυνο σχέδιο για να πάρουν την Μπρουμχίλντα. Θα μπορέσουν όμως να ξεφύγουν από την Κόλαση της Κάντιλαντ;


Ο Ταραντίνο αφηγείται την ιστορία του με καταπληκτικό τρόπο. Με οικονομία όπου χρειάζεται, με παρεκβάσεις που φωτίζουν τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών του και με ένα εντυπωσιακά ελεύθερο μοντάζ που παρακολουθεί τις σκέψεις και τις αναμνήσεις του Τζάνγκο. Το στοιχείο που κυρίως αναδεικνύεται στον Τζάνγκο είναι η δύναμη της λογικής και των επιχειρημάτων. Ο φορέας της ευρωπαϊκής κουλτούρας, Σουλτς, οπλισμένος με τον λόγο του, μπορεί να μπει σε οποιοδήποτε άντρο σαδιστών εγκληματιών και να βγει αλώβητος χάρη στην ευφράδειά του. Τα όπλα είναι η τελευταία του καταφυγή. Ο απελεύθερος (freeman) Τζάνγκο θα μάθει από τον Γερμανό τη χρήση όχι μόνο των όπλων αλλά και της γλώσσας.


Ο Τζάνγκο έχει ως βασικό κίνητρό του την αγάπη του για τη γυναίκα του. Το χρήμα (και οι νόμιμοι φόνοι που διαπράττει) είναι για αυτόν το μέσο για να φθάσει στον σκοπό του: στην ανάκτηση της αγαπημένης του. Αναρωτιέται κανείς όμως ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Σουλτς αποφασίζει να τον βοηθήσει. Αρκεί ως εξήγηση το γεγονός πως η Μπρουμχίλντα έχει γερμανικό όνομα και μιλάει γερμανικά (η ιδιοκτήτριά της ήταν Γερμανίδα) για να συγκινηθεί ο κυνηγός κεφαλών; Μήπως ήταν ο παραλληλισμός της ιστορίας των δύο σκλάβων με τον έρωτα της Μπρουμχίλντα και του Ζίγκφριντ στην γερμανική μυθολογία (όταν την αφηγείται στον Τζάνγκο, εκείνος κρέμεται απ' τα χείλη του); Όπως και να 'χει, το γεγονός είναι ότι οι δυο ήρωες αλληλοσυμπληρώνονται και εμπλουτίζουν ο ένας τον άλλον. Από την άλλη, έχουμε το δίδυμο Κάντι-Στίβεν που επίσης συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον, αλλά ως δυνάστες. Είναι λοιπόν πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η (ιδεολογική, θα έλεγα) μετατόπιση, από την κοινωνική θέση στην οποία ανήκουν, των δύο: του Σουλτς και του Στίβεν.


Πολλοί ενοχλήθηκαν από την υπερβολική χρήση του μειωτικού όρου nigger στην ταινία αλλά και για το ότι η ταινία ηρωοποιεί (βλέπουμε τη λατρεία στα μάτια των σκλάβων, προς το τέλος) τον επαναστατημένο Τζάνγκο ενώ αφήνει τους υπόλοιπους καταπιεσμένους στην άγνοια και στη μιζέρια τους. Ναι, μα ο Ταραντίνο δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να μας μεταφέρει μια ιστορική πραγματικότητα [έτσι αποκαλούνταν οι μαύροι που, άλλωστε, δεν εξεγέρθηκαν ποτέ σε οργανωμένη μαζική κλίμακα]. Και το κάνει με πολύ καυστικό τρόπο: θυμηθείτε το όταν θα βλέπετε την "επέλαση" των Regulators, προκατόχων της Κου-Κλουξ-Κλαν, και τη γελοία συζήτησή τους για τις κουκούλες [εδώ υπάρχει αναφορά και στην ταινία του Κορμπούτσι, όπου οι άνδρες του Ταγματάρχη Τζάκσον φορούσαν κόκκινες κουκούλες]. Όσο για την υπερβολή στους σκοτωμούς, νομίζω ότι αποτελεί απλή στιλιστική επιλογή που θα ήταν αφέλεια να ερμηνευτεί ως αποδοχή της βίας. Άλλωστε, η κάμερα δεν προσηλώνεται ιδιαίτερα σε τίποτα που να προκαλεί σοκ στον θεατή.


Αναπάντεχα - για μένα - ο Ταραντίνο με τον Τζάνγκο: Ο Τιμωρός μάς δίνει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της χρονιάς που πέρασε, σε ευθεία αντιπαράθεση με όλες εκείνες τις "πατριωτικές" παραγωγές που κυριάρχησαν στις αίθουσες και στα Όσκαρ. Πιστεύω πως αν τη δει κανείς χωρίς να είναι προκατειλημμένος, θα απολαύσει μια μεστή ταινία αντάξια του ονόματος του σκηνοθέτη.


[Δείτε τρέιλερ του Τζάνγκο: Ο Τιμωρός με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]