Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

Η κυρία εξαφανίζεται [The Lady Vanishes - Άλφρεντ Χίτσκοκ, 1938]

Ξαναβλέποντας για τρίτη ή τέταρτη φορά το The Lady Vanishes [Η κυρία εξαφανίζεται – Άλφρεντ Χίτσκοκ, 1938], δεν μπορούσα παρά να μείνω έκθαμβος από το πώς, πρώτα απ’ όλα,  κατάφερε να γυρίσει μια τέτοια ταινία σε ένα μικρό στούντιο εκείνης της εποχής, χωρίς καν να νιώθεις ότι το τρένο στο οποίο διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας δεν κινείται καν. Αντίθετα, ο θεατής έχει συνέχεια την αίσθηση ότι  ταξιδεύει.

Πέρα από το τεχνικό επίτευγμα της δημιουργίας αληθοφάνειας με την προσθήκη κυρίως διαφανειών και μινιατούρων, η ταινία έμεινε στην ιστορία του κινηματογράφου ως μια ιδιαίτερα επιτυχημένη αφήγηση μιας συναρπαστικής ιστορίας. Στις συζητήσεις του Τριφό με τον Χίτσκοκ, ο πρώτος ομολογεί πως όσες φορές κι αν προσπάθησε να δει την ταινία αποστασιοποιημένα και να την αναλύσει τεχνικά, ποτέ δεν κατάφερε να μην παρασυρθεί από τα δρώμενα και τους χαρακτήρες. Δεν μπορώ να φανταστώ μεγαλύτερο έπαινο.


Κάτι άλλο, βέβαια, που δεν επισημαίνει ο Τριφό, είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο ο Χίτσκοκ παρουσιάζει την πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη τις παραμονές του πολέμου και επικρίνει την αδιαφορία των συμπατριωτών του για την απειλή του συνεχώς ισχυροποιούμενου ναζισμού. Και αυτό δεν γίνεται εκ των υστέρων, αλλά σε καιρούς που η αγγλική διπλωματία και μεγάλη μερίδα του βρετανικού λαού εθελοτυφλούσε απέναντι στον γερμανικό κίνδυνο.. Η χρονιά που κυκλοφόρησε η ταινία είναι ταυτόχρονα η χρονιά που η Αγγλία και η Γαλλία υπογράφουν με τη Γερμανία και την Ιταλία το Σύμφωνο του Μονάχου που θα επιτρέψει στον Χίτλερ να προσαρτήσει την Τσεχοσλοβακία εντελώς ανεμπόδιστα και να προχωρήσει απρόσκοπτα στις πολεμικές του προετοιμασίες.


Τέλος, σημαντικό στοιχείο, όπως σε μεγάλο μέρος του έργου του Χίτσκοκ, είναι η υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου που μόνος απέναντι στους γύρω του που τον θεωρούν τρελό ή ένοχο μάχεται να αποδείξει ότι έχει δίκιο. Εδώ, η νεαρή Αγγλίδα επιμένει ότι η ηλικιωμένη κυρία Φρόι [που ριμάρει με το joy=­χαρά και είναι το αντίθετο της Μαντάμ Κούμερ που παίρνει τη θέση της και στα γερμανικά σημαίνει λύπη] υπήρξε πραγματικά, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζονται όλοι οι άλλοι πάνω στο τρένο, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Και σ’ αυτό το σημείο ο Χίτσκοκ βρίσκει επιπλέον την ευκαιρία να μας παρουσιάσει με χιούμορ και οξυδέρκεια ένα καταπληκτικό μοντέλο σε μικρή κλίμακα της αγγλικής κοινωνίας.

.

Όλα αυτά τα στοιχεία – η υπαρξιακή αγωνία, η οξύτατη παρατηρητικότητα, το φλεγματικό ή κυνικό χιούμορ – μαζί με τις αφηγηματικές ικανότητες, τις τεχνικές καινοτομίες και ίσως πάνω απ’ όλα η ικανότητά του να δημιουργεί σασπένς, είναι που κάνουν τον Άλφρεντ Χίτσκοκ έναν από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες που υπήρξαν ή θα υπάρξουν ποτέ και τις ταινίες του να βλέπονται σαν να γυρίστηκαν χθες.

Η ταινία υπάρχει στο YouTube και μπορείτε να την παρακολουθήσετε εδώ, αλλά χωρίς υπότιτλους.

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

Ταινίες εναντίον σειρών

Εδώ και πολύ καιρό βομβαρδίζομαι από φίλους με πληροφορίες και προτάσεις για «εξαιρετικές
σειρές» που «δεν πρέπει να χάσω». Προσπάθησα να δω κάποιες από αυτές, αλλά απογοητεύτηκα οικτρά για διάφορους λόγους. Ως φίλος του κινηματογράφου, προβληματίστηκα πολύ σχετικά με το τι είναι αυτό που βρίσκω στις ταινίες, αλλά όχι σε ένα είδος τόσο παρόμοιο. Χωρίς να θέλω να γενικεύσω – σίγουρα θα υπάρχουν και εξαιρετικές σειρές – νομίζω ότι αυτές οι τελευταίες απέχουν πολύ από το επίπεδο του κινηματογράφου συνολικά ως μέσου, γιατί βέβαια υπάρχουν και πολλές κακές ή μέτριες ταινίες.

Κατ’ αρχάς, φοβάμαι πως με τις τηλεοπτικές σειρές ο έλεγχος του προϊόντος περνάει πια ολοκληρωτικά στα χέρια των παραγωγών, οι οποίοι απαλλάσσονται από το βάρος των «απαιτητικών» και «ιδιότροπων» δημιουργών τους οποίους μπορούν πλέον να αλλάζουν κατά το δοκούν με πειθήνιους διεκπεραιωτές. Είναι τυχαίο που κανείς ποτέ δεν μου ανέφερε όνομα σκηνοθέτη προτείνοντάς μου μια σειρά; Ότι οι σκηνοθέτες συχνά αλλάζουν από επεισόδιο σε επεισόδιο; Ότι πολλές φορές πρέπει να κάνεις ολόκληρη διαδικτυακή έρευνα για να ανακαλύψεις ποιος σκηνοθέτησε την τάδε ή τη δείνα σειρά;

Chinatown

Είναι πλέον προφανές ότι με τις σειρές η λογική του κέρδους έχει επικρατήσει πλήρως. Όχι ότι ο κινηματογράφος δεν διέπεται ποτέ από αυτή, αλλά τα κινηματογραφικά στούντιο επιτρέπουν κάποια σχετική ελευθερία σε δημιουργούς έχοντας πιθανόν μια κουλτούρα διαφορετική από τους στυγνούς τηλεοπτικούς παραγωγούς που μετρούν τα πάντα με μερίδια τηλεθέασης και διαφημιστικής πίτας. Εδώ πιθανότατα έχουμε την εξαφάνιση της έννοιας του δημιουργού-σκηνοθέτη.

Μάλιστα οι σειρές υπακούν σε μια διαφορετική λογική, ξένη προς τον κινηματογράφο, κάτι που επηρεάζει και τον τρόπο που είναι δομημένες: πολλές φορές, κάθε κάποια λεπτά κλείνει μία σεκάνς ώστε να πέφτουν διαφημίσεις. Άλλες, με διάφορα τεχνάσματα η πλοκή γίνεται λάστιχο για να μπορέσει να συνεχιστεί η σειρά μέχρι να αρχίσει να φθίνει η θεαματικότητά της. Αντίθετα, η κινηματογραφική ταινία έχει μεγαλύτερη αυτοτέλεια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπακούει σε κάποιες δικές της συμβάσεις [πχ. περιορισμένη διάρκεια].

Game of Thrones

Επιπλέον, ο κινηματογράφος έχει διαπαιδαγωγήσει ένα κοινό που είναι σαφώς πιο μυημένο και απαιτητικό από τους τηλεθεατές και κατ’ επέκταση τους θεατές σειρών. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα όταν παρακολουθείς ακόμη και την πιο καλοφτιαγμένη σειρά, αφού αποφεύγονται συχνά τα τυχόν «βαθιά» νοήματα που πιθανότατα δεν αγγίζουν τους εθισμένους στην εύκολη τηλεοπτική διασκέδαση.

Ένας άλλος λόγος που οι τηλεοπτικές σειρές κερδίζουν σήμερα πόντους είναι επειδή ταιριάζουν με τον σύγχρονο, απομονωμένο, ατομικό τρόπο ζωής μας. Αν ο κινηματογράφος απαιτεί βραδινή έξοδο και κοινωνικοποίηση, η σειρά χρειάζεται θεατές κλεισμένους στο σπίτι που θα προσδοκούν συνέχιση των επεισοδίων στο διηνεκές για να μην υποφέρουν από σύνδρομο στέρησης.

Vertigo

Σίγουρα το θέμα χρήζει περαιτέρω ανάλυσης και δεν μπορεί να εξαντληθεί σε ένα τόσο σύντομο άρθρο. Ωστόσο, προσωπικά, θα ήθελα να δηλώσω την πεποίθησή μου πως όσο και να ανέβει το επίπεδο ποιότητας των σειρών, δεν μπορεί να μας δώσει αριστουργήματα σαν αυτά που κατά καιρούς μας δίνει ο κινηματογράφος.


Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

Χίτσκοκ/Τριφό - η συνέντευξη


Το 1962, ο τριαντάχρονος Φρανσουά Τριφό έχει ήδη γυρίσει τα 400 χτυπήματα και το Ζιλ και Τζιμ. Ο πολλά υποσχόμενος Γάλλος σκηνοθέτης συναντά τον Άλφρεντ Χίτσκοκ και του παίρνει μια συνέντευξη που κράτησε οκτώ μέρες (!). Η συνέντευξη τελικά εκδόθηκε το 1966 και έμελλε να επηρεάσει όσο ίσως κανένα άλλο βιβλίο τον κόσμο του κινηματογράφου, ενώ σε αυτό στηρίχτηκε το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ Χίτσκοκ/Τριφό του 2015 [Δείτε το εδώ στο YouTube].

Ας διαβάσουμε μερικά αποσπάσματα από την εισαγωγή του Φρανσουά Τριφό:

Ψυχώ
"... Ο άνθρωπος που ξεχωρίζει για τον τρόπο που κινηματογραφεί τον φόβο είναι ο ίδιος ένα πρόσωπο γεμάτο φόβους και υποψιάζομαι πως αυτό το χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του έχει άμεση σχέση με την επιτυχία του. Σε όλη τη σταδιοδρομία του ένιωθε την ανάγκη να προστατεύει τον εαυτό του από τους ηθοποιούς, τους παραγωγούς και τους τεχνικούς, οι οποίοι, στον βαθμό που το παραμικρό τους σφάλμα ή καπρίτσιο μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ακεραιότητα του έργου του, αποτελούν ο καθένας τους και μια απειλή για έναν σκηνοθέτη. Πώς να αμυνθεί κανείς καλύτερα παρά με το να γίνει ο σκηνοθέτης που κανένας ηθοποιός δεν θα αμφισβητήσει, με το να γίνει ο ίδιος παραγωγός του έργου του και με το να είναι πιο ενημερωμένος σε τεχνικά ζητήματα από τους ίδιους τους τεχνικούς;

Για να παραμείνουμε στους θεατές, ο Χίτσκοκ προσπάθησε να τους κερδίσει ξυπνώντας όλα τα δυνατά συναισθήματα της παιδικής ηλικίας. Στο έργο του ο θεατής ξαναζεί τις εντάσεις και τις συγκινήσεις του κρυφτού ή της τυφλόμυγας και τον τρόμο που ένιωθε τις νύχτες που η φαντασία έδινε σιγά-σιγά μυστηριώδη και απειλητικά σχήματα σε ένα παιδικό παιχνίδι ξεχασμένο πάνω στη συρταριέρα.

Δεσμώτης του Ιλίγγου
Όλα αυτά μας οδηγούν στο σασπένς, το οποίο, ακόμη και από αυτούς που αναγνωρίζουν τη μαεστρία του Χίτσκοκ στη χρήση του, θεωρείται συνήθως δευτερεύον στοιχείο του θεάματος, ενώ στην ουσία είναι το ίδιο το θέαμα καθεαυτό.

Το σασπένς είναι απλώς η δραματοποίηση του αφηγηματικού υλικού της ταινίας ή, αν θέλετε, η εντονότερη δυνατή παρουσίαση μιας δραματικής κατάστασης. Να ένα παράδειγμα: Ένας άντρας φεύγει από το σπίτι του, μπαίνει σε ένα ταξί και πηγαίνει στον σταθμό να πάρει ένα τρένο. Είναι μια συνηθισμένη σκηνή σε μια οποιαδήποτε ταινία. Όμως, αν τυχόν ο άντρας κοιτάξει το ρολόι του την ώρα που μπαίνει στο ταξί και αναφωνήσει, «Θεούλη μου, δεν πρόκειται να το προλάβω το τρένο!» ολόκληρη η διαδρομή γίνεται αυτόματα μία σεκάνς καθαρού σασπένς. Κάθε κόκκινο φανάρι, κάθε στοπ, κάθε αλλαγή ταχύτητας ή άγγιγμα του φρένου και κάθε αστυνομικός στον δρόμο για τον σταθμό θα κάνουν όλο και πιο έντονο τον συναισθηματικό αντίκτυπο.

Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων
13 εγκλήματα ζητούν ένοχο
(...)
Ακόμη και ένα επεισόδιο που εξυπηρετεί μόνο στη σύνδεση δύο σημαντικών σεκάνς δεν θα είναι ποτέ κοινότυπο, γιατί ο Χίτσκοκ απεχθάνεται το «συνηθισμένο». Για παράδειγμα, ένας άντρας που έχει προβλήματα με τον νόμο – αλλά που ξέρουμε πως είναι αθώος – πάει να συμβουλευτεί έναν δικηγόρο. Μια καθημερινή κατάσταση. Όπως θα τη χειριστεί ο Χίτσκοκ, ο δικηγόρος θα δείχνει επιφυλακτικός και μάλλον απρόθυμος να αναλάβει την υπόθεση. Ή μπορεί, όπως στο 13 εγκλήματα ζητούν ένοχο, να συμφωνήσει μόνο αφού προειδοποιήσει τον υποψήφιο πελάτη του ότι δεν έχει εμπειρία στον συγκεκριμένο τομέα και ίσως δεν είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για την υπόθεση.
Εισάγοντας αυτή την ανησυχητική νότα, δημιουργεί μια αίσθηση αναστάτωσης και αγωνίας που δίνει δραματική ένταση σε μια συνηθισμένη κατάσταση.

(...)
Ενώ το σινεμά του Χίτσκοκ δεν είναι απαραίτητα εξυψωτικό, δεν παύει ποτέ να μας εμπλουτίζει, έστω και μόνο μέσω της τρομακτικής διαύγειας με την οποία καταγγέλλει τη βεβήλωση της ομορφιάς και της αγνότητας από τον άνθρωπο.

Εάν, στην εποχή του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, αποδέχεται κανείς την υπόθεση ότι ο κινηματογράφος είναι μια μορφή τέχνης, εφάμιλλη της λογοτεχνίας, θα πρότεινα πως η θέση του Χίτσκοκ – και γιατί να τον κατατάξουμε κάπου έτσι κι αλλιώς; - βρίσκεται ανάμεσα σε τέτοιους καλλιτέχνες της ανθρώπινης αγωνίας όπως ο Κάφκα, ο Ντοστογιέφσκι και ο Πόε.

Λαμβάνοντας υπόψη τις ίδιες τους τις αμφιβολίες, δεν θα περιμέναμε από αυτούς τους καλλιτέχνες να μας δείξουν πώς να ζούμε. η αποστολή τους δεν είναι παρά να μοιραστούν μαζί μας τις αγωνίες που τους στοιχειώνουν. Συνειδητά ή όχι, αυτός είναι ο τρόπος τους να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τους εαυτούς μας, το οποίο είναι εντέλει ο θεμελιώδης σκοπός κάθε έργου τέχνης."

[Μετάφραση: Παναγιώτης Α. Αλεξανδρίδης]

Σημ. Το βιβλίο επανακυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2007 από τις εκδόσεις Ύψιλον.


Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

Οι καλύτερες ταινίες που είδαμε το 2017

Άλλη μια κινηματογραφική χρονιά τελειώνει και ήρθε η ώρα για έναν μικρό απολογισμό, που φυσικά αποτελεί και πρόταση του ιστολογίου. Δεν υπάρχει αρίθμηση, αλλά η ένταση αυξάνει όσο προχωράμε προς τα κάτω...

Άρνηση

Άρνηση [Denial - Mick Jackson]
Η ιστορικός Ντέμπορα Λίπσταντ μηνύεται από έναν αρνητή του Ολοκαυτώματος και καλείται να αποδείξει νομικά ότι τα κρεματόρια υπήρξαν και οι μαζικές δολοφονίες πράγματι συνέβησαν.

Maudie
Maudie [Aisling Walsh]
Η βιογραφία της λαϊκής ζωγράφου Μοντ Λούις που καταφέρνει να ξεπεράσει τα προβλήματα που δημιουργεί η αρθρίτιδα στη ζωή και στην τέχνη της. Με μια καταπληκτική Σάλι Χόκινς.

Νερούδα
Νερούδα [Neruda – Pablo Larrain]
Ο ποιητής και κομουνιστής γερουσιαστής Νερούδα βγαίνει στην παρανομία διωκόμενος από έναν αστυνομικό που – ως άλλος Ιαβέρης - έχει βάλει σκοπό στη ζωή του να τον συλλάβει. Μια ισορροπημένη και καθόλου αγιοποιημένη εικόνα του Νερούδα.

Βερολίνο, αντίο
Βερολίνο, αντίο [Tschick – Fatih Akin]
Δύο νεαρά αγόρια από το Βερολίνο - διαφορετικής καταγωγής και ταξικής προέλευσης - ξεκινούν ένα ταξίδι με κλεμμένο αυτοκίνητο στη Γερμανία. Μέσα από τις περιπέτειές τους, τα δυο παιδιά θα αναπτύξουν τη φιλία τους και θα ανακαλύψουν τον εαυτό τους.

Ο πλανήτης των πιθήκων: Η σύγκρουση
Ο πλανήτης των πιθήκων: Η σύγκρουση [War for the Planet of the Apes – Matt Reeves]
Άλλο ένα εξαιρετικό μέρος του γνωστού franchise για τη σύγκρουση δύο πολιτισμών – των πιθήκων που έχουν αναπτύξει ευφυΐα και γλώσσα και των ανθρώπων που έχουν απομείνει στη Γη μετά από μια καταστροφή.

Στα ίχνη του ανέμου
Στα ίχνη του ανέμου [Wind River – Taylor Sheridan]
Ο σεναριογράφος των Sicario και Hell or High Water σκηνοθετεί ένα θρίλερ μυστηρίου στα χιονισμένα υψίπεδα του Γουαϊόμινγκ, σε έναν καταυλισμό Ινδιάνων. Δίνει ταυτόχρονα μια ελεγεία για έναν πληθυσμό που κινδυνεύει με εξαφάνιση.

Ο θάνατος του ιερού ελαφιού
Ο θάνατος του ιερού ελαφιού [The Killing of a Sacred Deer – Γιώργος Λάνθιμος]
Ο Έλληνας σκηνοθέτης διαπραγματεύεται για άλλη μια φορά το ζήτημα της οικογένειας. Βασίζεται στον γνωστό μύθο της Ιφιγένειας εν Αυλίδι για να μιλήσει με τον δικό του υπερβολικό τρόπο για τα αδιέξοδα και τους συμβιβασμούς που όλοι λίγο-πολύ βιώνουμε.

Ακριβώς το τέλος του κόσμου
Ακριβώς το τέλος του κόσμου [Juste la fin du monde – Xavier Dolan]
Μια συγκινητική γαλλοκαναδική παραγωγή που περιγράφει μια δυσλειτουργική οικογένεια και το πώς αντιδρά όταν ο 34χρονος γιος, θεατρικός συγγραφέας και ομοφυλόφιλος, επιστρέφει μετά από 12 χρόνια, με σκοπό να τους πει ότι πεθαίνει.

Detroit: Μια οργισμένη πόλη
Detroit : Μια οργισμένη πόλη [Detroit – Kathryn Bigelow]
Με μια αεικίνητη κάμερα, η Μπίγκελοου καταφέρνει να μας κάνει να νιώσουμε τι σήμαινε να είσαι μαύρος στις ΗΠΑ της δεκαετίας του ’60. Η συγκλονιστική περιγραφή αυτού του επεισοδίου αυθαίρετης αστυνομικής βίας θα ήταν ακόμη καλύτερη αν δεν υπήρχε το αχρείαστα συμβατικό της τέλος.

Blade Runner 2049
Blade Runner 2049 [Denis Villeneuve]
Η συνέχεια του κλασικού νέο-νουάρ επιστημονικής φαντασίας μετά από 35 ολόκληρα χρόνια. Ο Βιλνέβ επεκτείνει τον προβληματισμό που ξεκίνησε ο Σκοτ σχετικά με τα όρια του ανθρώπου και της μηχανής σε μια συγκλονιστική αναζήτηση ταυτότητας.

Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ
Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ [I, Daniel Blake – Ken Loach]
Το δράμα ενός ανέργου δίνει την ευκαιρία στον Λόουτς να στηλιτεύσει αμείλικτα την καταρράκωση του κοινωνικού κράτους στη Μεγάλη Βρετανία σε μια ταινία γεμάτη ανθρωπιά αλλά και πικρό χιούμορ.

Η άφιξη
Η άφιξη [Arrival - Denis Villeneuve]
Όταν δώδεκα διαστημόπλοια άγνωστης προέλευσης φτάνουν στη Γη, η γλωσσολόγος Λουίζ Μπανκς θα προσπαθήσει να επικοινωνήσει μαζί τους, ως εντεταλμένη του αμερικανικού στρατού. Καθορίζει η γλώσσα τον τρόπο που σκεφτόμαστε αλλά και τον ίδιο τον χρόνο;

Μητέρα!
Μητέρα! [Mother! - Darren Aronofsky]
Η επιβλητική αλληγορία του Αρονόφσκι αλλάζει για πάντα τις ταινίες τρόμου – ποτέ κανείς δεν χρησιμοποίησε το είδος για να μιλήσει με τέτοιο τρόπο για τόσο σημαντικά θέματα. Ένας άντρας, μια γυναίκα και οι απρόσκλητοι (;) επισκέπτες. Η σκηνοθεσία απογειώνει τον θεατή όλο και περισσότερο. Στο τέλος δεν θες παρά να την ξαναδείς.


Σημ. Το αφιέρωμα συμπεριλαμβάνει ταινίες του τελευταίου διμήνου του 2016, μια και δεν θα προλάβαιναν να μπουν σε προηγούμενο απολογισμό, όπως απουσιάζουν κάποιες ταινίες του τέλους του 2017 που δεν έχουμε δει ακόμη. Δεν μας άρεσε αρκετά για να την προτείνουμε η Δουνκέρκη, αλλά αναμένουμε τις τελευταίες ταινίες του Γούντι Άλεν και του Ρίντλεϊ Σκοτ, μεταξύ άλλων.
Καλή Χρονιά!


Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Σύντομη ιστορία του ροκ - Μέρος τρίτο: Το μεταίχμιο

Με τον Έλβις να πηγαίνει στον στρατό (πιθανότατα σε μια προσπάθεια της RCA να απαλύνει την εικόνα του οργισμένου νέου), τον Μπάντι Χόλι νεκρό, τον Τσακ Μπέρι και τον Τζέρι Λι Λούις μπλεγμένους σε σκάνδαλα με ανήλικες, τον Λιτλ Ρίτσαρντ να έχει γίνει ιεροκήρυκας και ένα τεράστιο σκάνδαλο [Payola investigations] να έχει ξεσπάσει με καταγγελίες για δωροδοκίες ραδιοφωνικών παραγωγών ώστε να παίζουν συγκεκριμένα τραγούδια, το ροκ εν ρολ δείχνει να έχει χάσει την πρώτη νεανική ορμή του. Ο φυλετικός διαχωρισμός οργιάζει και στον χώρο της μουσικής: λευκοί μουσικοί κλέβουν ανενδοίαστα τα τραγούδια των μαύρων, που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στα κύρια pop charts, και τα κάνουν επιτυχίες με το όνομά τους. Οι εταιρείες προβάλλουν διάφορους ατάλαντους στην προσπάθειά τους να κατασκευάσουν έναν νέο Έλβις που θα τους αποφέρει τα κέρδη που προσδοκούν από μια κατά τα φαινόμενα ανεξάντλητη αγορά.

Στο προσκήνιο έρχονται τώρα διάφοροι συνθέτες και παραγωγοί που δεν εκτελούν οι ίδιοι τα τραγούδια τους. Ένα τέτοιο δίδυμο ήταν ο Τζέρι Γκόφιν και η Κάρολ Κινγκ (που αργότερα έγινε και πολύ επιτυχημένη τραγουδίστρια) που κάνουν επιτυχία το 1960 με το Will You Still Love Me Tomorrow και τις Σιρέλς.


Όλα μοιάζουν να προετοιμάζουν τη Βρετανική Εισβολή στην Αμερική που ίσως οφείλει πολλά σε όλα αυτά τα κοριτσίστικα γκρουπάκια της εποχής.
Ένα άλλο ντουέτο δημιουργών, οι Τζεφ Μπάρι και Έλι Γκρίνουιτς, δίνουν το Be My Baby στις Ρονέτς το 1963.


Η μουσική βιομηχανία κατασκευάζει διάφορα ινδάλματα για τα κορίτσια της εποχής - προφανώς αγοράζανε περισσότερα δισκάκια από τα αγόρια. Έναν τύπο εξωραϊσμένου, στρογγυλεμένου, καθόλου απειλητικού (σεξουαλικά) Έλβις ώστε να μπορούν να ερωτεύονται ακίνδυνα οι Αμερικανιδούλες. Και να καταναλώνουν!
Ο ίδιος ο Έλβις μετά την επιστροφή του από τον στρατό ακολουθεί αυτό το μοντέλο. Άλλοι, με ωραία γλυκερή εμφάνιση αλλά όχι πάντα με ανάλογα φωνητικά προσόντα, είναι οι Φράνκι Άβαλον, Φάμπιαν, Μπόμπι Βι, Μπόμπι Βίντον και άλλοι.
Αν ήθελα να ξεχωρίσω κάποιον από αυτούς, ίσως αυτός να ήταν ο Μπομπι Ντάριν.


Παράλληλα, στις αρχές της δεκαετίας του '60 ανθεί και η σόουλ, στην παράδοση του Νατ Κινγκ Κόουλ, του Σαμ Κουκ, κλπ, με κυρίαρχο όνομα τους Ντρίφτερς, που έχουν βασικό τραγουδιστή τον άρτι εκλιπόντα Μπεν Ε. Κινγκ. Η σόουλ της εποχής είναι Ριθμ&Μπλουζ έντονα διανθισμένη με στοιχεία λάτιν.
Το Save the Last Dance For Me (1960) είναι παραγωγή του διάσημου ντουέτου παραγωγών Τζέρι Λίμπερ και Μάικ Στόλερ με τη φωνή του Κινγκ λίγο πριν ξεκινήσει σόλο καριέρα.


Κάπου εκεί η γενιά που πέρασε την εφηβεία της με ροκ εν ρολ αρχίζει να ενηλικιώνεται και να αναζητά νέα νοήματα. Η αμερικάνικη φολκ με ιδιαίτερη έξαρση την εποχή των Πιτ Σίγκερ, Γούντι Γκάθρι κλπ, που έμοιαζε να έχει σβήσει με τον μακαρθισμό, γνωρίζει την αναγέννηση [folk revival] εκεί γύρω στο 1960 με συγκροτήματα όπως οι Κίνγκστον Τρίο και οι Πίτερ, Πολ & Μέρι. Με στίχο ψαγμένο αλλά λιγότερο πολιτικοποιημένο αρχίζει να συγκινεί μία γενιά που επρόκειτο να βιώσει το αντιπολεμικό κίνημα και το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων.
Το 500 Miles γνώρισε πολλές εκτελέσεις. Μια από τις πρώτες και πιο πετυχημένες ήταν από τους Κίγκστον Τρίο το 1962. Οι στίχοι του μιλάν για έναν ταξιδιώτη που μακριά από το σπίτι του, χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά, ντρέπεται να γυρίσει πίσω.


Μια σειρά καλλιτεχνών, όπως οι Έβερλι Μπράδερς, ο Ρίκι Νέλσον και ο Ρόι Όρμπισον, προχωρούν τη γραμμή του ροκαμπίλι της προηγούμενης δεκαετίας, απαλύνοντάς την σε μια πιο ποπ εκδοχή. Οι Έβερλι Μπράδερς γεφυρώνουν τις δυο δεκαετίες και σαφώς επηρεάζουν τα φωνητικά των Μπιτλς αλλά και των Σάιμον-Γκαρφάνκελ. Το 1960 κάνουν Νο1 επιτυχία σε Αμερική και Αγγλία το μάλλον ξεχασμένο σήμερα Cathy's Clown.


Λίγο πριν τη Βρετανική εισβολή, η Αμερική σαρώνεται από τη μόδα της μουσικής σερφ με ρίζες στη Νότια Καλιφόρνια και στην ξένοιαστη ζωή της νεολαίας της. Επανέρχεται στο προσκήνιο η ορχηστρική μουσική και ο Ντικ Ντέιλ (λιβανέζικης καταγωγής) κάνει επιτυχία το 1962 τη Μισιρλού, ένα μουσικό κομμάτι που η καταγωγή του χάνεται κάπου στην ανατολική Μεσόγειο - μια εκδοχή του τραγουδιέται σε γάμους στο Ισραήλ. Σίγουρα πέρασε από τα χέρια του ρεμπέτη Μιχάλη Πατρινού - το ηχογράφησε δύο φορές, 1930, 1931 - αλλά και γνώρισε μια τζαζ διασκευή από τον Νικ Ρουμπάνη το 1941.


Υπάρχει βέβαια και το σερφ ροκ με στίχο, όπου αυτό που κυριαρχεί είναι το σερφινγκ, τα κορίτσια και τα αυτοκίνητα. Είναι το είδος του τραγουδιού στο οποίο διαπρέπουν οι Beach Boys με ηγετική φυσιογνωμία και βασικό τραγουδιστή τον Μπράιαν Γουίλσον και επιρροές από τζαζ - ιδίως στα φωνητικά τους. Μία από τις μεγάλες τους επιτυχίες είναι το Surfin' USA, για το οποίο κατηγορήθηκαν ότι η μελωδία του ήταν κλεμμένη από το Sweet Little Sixteen του Τσακ Μπέρι. Ο Μπέρι κέρδισε την υπόθεση και οι Beach Boys αναγκάστηκαν να προσθέσουν το όνομά του ως δημιουργού του τραγουδιού και να του δώσουν ποσοστά από τα κέρδη. Ίσως γι' αυτό στην τηλεοπτική εμφάνισή τους να φαίνονται τόσο απογοητευτικά αδέξιοι.


Τα χρόνια αυτά είναι από τη μια μεριά περίοδος στυγνής εκμετάλλευσης των πάντων από τις εταιρίες, αλλά ταυτόχρονα εποχή πειραματισμών που έφεραν, αν μη τι άλλο, στο προσκήνιο από τη μια τη σόουλ (Sweet Soul) και από την άλλη την αναγέννηση της φολκ μουσικής.


Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Σύντομη ιστορία του ροκ - Μέρος δεύτερο: Η εμφάνιση του ροκ εν ρολ

Πολλοί οι λόγοι που οδήγησαν στην εμφάνιση του καινούργιου μουσικού είδους. Κατ' αρχάς η εσωτερική μετανάστευση έφερε σε επαφή τα διακριτά είδη και κυρίως επέτρεψε στη λευκή νεολαία να ακούσει τη μουσική των μαύρων. Η ανάπτυξη της τηλεόρασης άφησε χώρο στο ραδιόφωνο να καλύψει τις μουσικές ανάγκες των περιοχών με σχετική ελευθερία και οδήγησε σε μια άνθιση μουσικών εκπομπών με νέο περιεχόμενο που πρόβαλαν και μαύρη μουσική την οποία μπορούσε να ακούσει και ένα λευκό νεανικό ακροατήριο. Η ευημερία που προέκυψε στις ΗΠΑ μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο επέτρεπε στη νεολαία να διαθέτει αγοραστική δύναμη. Νέες ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρίες [Atlantic, Sun, Chess] εμφανίστηκαν, που ηχογραφώντας λίγο-πολύ μαύρη μουσική ή μουσική επηρεασμένη απ' αυτή στόχευσαν  σ' αυτούς τους λευκούς (κυρίως) εφήβους. Οι ποικίλες μουσικές διασταυρώσεις λοιπόν και η δημιουργία μιας νέας αγοράς έδωσαν τεράστια ώθηση στο νέο είδος που γεννιόταν.

Δεν υπήρξε φυσικά μια συγκεκριμένη στιγμή που ξεκίνησαν όλα. Το '53-'54 φαινόταν ότι κάτι νέο ερχόταν αλλά τα πράγματα ξεκαθάρισαν το 1955. Με την επιτυχία τραγουδιών όπως το Rock Around the Clock του Μπιλ Χάλεϊ το ροκ εν ρολ γίνεται μέρος της λευκής κουλτούρας.


Παρά την τεράστια συμβολή των μαύρων και της κουλτούρας τους στη δημιουργία του νέου είδους, η αμερικανική κοινωνία και η μουσική βιομηχανία κάθε άλλο παρά έτοιμες είναι να τους δεχτούν ως ισότιμο παράγοντα. Ακόμα και οι πίνακες επιτυχιών [charts] που χρησιμοποιούν οι ραδιοφωνικές εκπομπές και οι διάφοροι επιχειρηματίες που εμπλέκονται στον χώρο κρατάνε τη μαύρη μουσική χωριστά - στα Rhythm&Blues charts - από φόβο μήπως διαφθαρεί η νεολαία από τους "τεμπέληδες και λάγνους νέγρους" και τη μουσική τους.

Οι μαύροι μουσικοί δεν έμπαιναν εύκολα λοιπόν στα κύρια charts. Ένας από αυτούς που μπήκαν στα "λευκά" charts το 1956 ήταν ο καθόλου απειλητικός, καλοκάγαθος Φατς Ντόμινο με το Blueberry Hill. Είναι χαρακτηριστική η επιρροή του από τη μουσική της Νέας Ορλεάνης, της πατρίδας του, αλλά και από την κάντρι.


Λιγότερο αγαθός έδειχνε ο Τσακ Μπέρι. Ο επηρεασμένος από την κάντρι ήχος του όμως ξεγελούσε τους Αμερικάνους και τον περνούσαν (ακούγοντάς τον στο ραδιόφωνο ή από δίσκους) για λευκό, κάτι που έκανε πιο εύκολη την πρόσβασή του στο λευκό νεανικό κοινό.
Η πρώτη του μεγάλη επιτυχία ήταν η Μέιμπιλίν το 1955, διασκευή ενός κάντρι τραγουδιού (Άιντα Ρεντ).


Ένας άλλος εκρηκτικός αστέρας του ροκ εν ρολ της εποχής ήταν ο Λιτλ Ρίτσαρντ. Σίγουρα δεν ήταν εξίσου φρόνιμος στις λάιβ εμφανίσεις του (όσο εμφανίζεται στο βίντεο με τα καθωσπρέπει λευκά κορίτσια πίσω του - από τηλεοπτική εκπομπή της εποχής). Εδώ τραγουδάει το Tutti Frutti του 1956.


Βέβαια όλα αυτά δεν πολυάρεσαν στους γονείς των νεαρών που έβλεπαν τα παιδιά τους [ιδιαίτερα τα κορίτσια τους] να χορεύουν στους ρυθμούς μιας μουσικής με ανοιχτά σεξουαλικές συμπαραδηλώσεις. Οι προσπάθειες να αποκαθαρθεί η ροκ εν ρολ από τα έντονα "απειλητικά" για τη νεολαία σεξουαλικά μηνύματα ήταν πολλές. Προωθήθηκαν αστέρες με πολύ πιο αθώο και λευκό προφίλ, όπως ο Πατ Μπουν.

Όπως είναι γνωστό, η μορφή που κυριάρχησε στο ροκ εν ρολ ήταν ο Έλβις Πρίσλεϊ - ο λευκός με τη μαύρη φωνή και την έντονη σεξουαλικότητα, που δεν την έκρυβε πάντα. Εκεί λοιπόν που φοβούνταν τους μαύρους, η σεξουαλική "απειλή" ήρθε από έναν 19χρονο λευκό. Η πρώτη του επιτυχία ήταν το That's Alright Mama.


Θα ακολουθήσουν πάρα πολλές επιτυχίες. Ενδεικτικά: Blue Suede Shoes, Hound Dog, Don't Be Cruel, Love Me Tender, All Shook Up, Jailhouse Rock.

Όταν στα τέλη του 1955 ο Έλβις φεύγει από την ανεξάρτητη [δηλαδή "μικρή"] Sun Records για την RCA για το εξωφρενικό για νεαρό και μη καθιερωμένο καλλιτέχνη ποσό των $35.000, η εταιρία, που ειδικευόταν σε R&B και κάντρι&γουέστερν δίσκους, επενδύει σε καλλιτέχνες σαν τον Τζόνι Κας για να καλύψει το κενό.

Ο Κας κάνει το 1956 επιτυχία με ένα τραγούδι που συνδυάζει κάντρι με στοιχεία ροκ εν ρολ. Τα λόγια εδώ είναι ίσως πιο σημαντικά από την απλή μουσική, όπως στα περισσότερα τραγούδια του. Διαλέγω μια ζωντανή εκτέλεση του Walk the Line για να φανεί το κλίμα της εποχής και η λατρεία της νεολαίας [δηλ. των κοριτσιών] για τα ινδάλματά της.


Ένας άλλος "τρελαμένος" καλλιτέχνης της Sun, ήταν ο Τζέρι Λι Λούις, που η επιτυχία του Whole Lotta Shaking τον εκτόξευσε στο μουσικό στερέωμα, αλλά προσγειώθηκε απότομα όταν η συντηρητική Αμερική έμαθε για τον γάμο του 22χρονου Τζέρι με τη 13χρονη ξαδέρφη του. Πρόλαβε πάντως να κάνει άλλες δύο μεγάλες επιτυχίες με τα Great Balls of Fire και Breathless.


Ο Τζιν Βίνσεντ ήταν ένας από τους εκφραστές αυτού που ονομάστηκε ροκαμπίλι [από το ροκ και το hillbillly, που σήμαινε χωριάτικο, όλο μαζί σε ελεύθερη μετάφραση, βλαχο-ροκ], δηλαδή ροκ με στοιχεία κάντρι & γουέστερν.


Ένας από τους πιο ταλαντούχους αστέρες της εποχής ήταν ο Μπάντι Χόλι. Μετά την Πέγκι Σου, κάνει μεγάλη επιτυχία με το Oh, Boy! . Εδώ σε ζωντανή εκτέλεση από το σόου του Έντι Σάλιβαν, ένα χρόνο πριν σκοτωθεί - 22 χρονών - σε αεροπορικό δυστύχημα στις 3/2/1959, "τη μέρα που πέθανε η μουσική" - όπως λέει το τραγούδι του Ντον ΜακΛιν "American Pie" [1971]


Σύντομη ιστορία του ροκ - Μέρος πρώτο: Η καταγωγή

Μερικές φορές ακούω συζητήσεις για τη σύγχρονη ροκ μουσική ανάμεσα σε νέα παιδιά και διαπιστώνω έλλειψη στοιχειωδών γνώσεων για τη μουσική που ακούν και τις ρίζες της, λες και το ροκ και η μουσική γενικότερα να γεννήθηκε μόλις χθες. Αυτή η αναδρομή λίγο-πολύ ξεκίνησε σαν παιχνίδι, όταν
παρακολουθώντας μια σειρά διαδικτυακών μαθημάτων στο Coursera ένιωσα την ανάγκη να κρατάω σημειώσεις. Επειδή δεν ήθελα να το κάνω σε τετράδιο ή μόνο σε κείμενο στον υπολογιστή - ήθελα να υπάρχουν και τα τραγούδια - άρχισα να ανεβάζω τις "σημειώσεις" μου στο Facebook για να έχω τη δυνατότητα να αποθηκεύω και τα βιντεοκλίπ που έβρισκα στο YouTube. Αλλά και αυτό όσο πλήθαιναν οι αναρτήσεις έπαψε να είναι εύχρηστο, οπότε σκέφτηκα ότι θα ήταν πιο πρόσφορο να τις κάνω μια σειρά άρθρων εδώ, αν και μέχρι τώρα δεν συνήθιζα να ανεβάζω αναρτήσεις περί μουσικής.

Να ξεκαθαρίσω ότι η συνοπτική αυτή διαδρομή στο ροκ των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα δεν είναι εξαντλητική και είναι ιδωμένη από αμερικάνικη σκοπιά παρ' όλο που ασχολείται και με την ευρύτερη γεωγραφικά διάσταση του συγκεκριμένου μουσικού είδους που κυριάρχησε στις μέρες μας. Όποιος έχει τη διάθεση μπορεί - και ελπίζω να το κάνει - να συνεχίσει το ψάξιμο στο YouTube, όπου υπάρχουν όλα τα ονόματα που θα αναφερθούν.

Το κυρίαρχο ρεύμα
Ας πάρουμε την ιστορία μας με τη σειρά  Τι άκουγε η (λευκή) Αμερική πριν την εμφάνιση του ροκ εν ρολ το 1953-1954; Μπινγκ Κρόσμπι, Άντριους Σίστερς, Φρανκ Σινάτρα, Ντιν Μάρτιν ήταν τα μεγάλα ονόματα από τα τέλη της δεκαετίας του '30 ως τις αρχές του '50. Και κυρίως οι μεγάλες ορχήστρες: Γκλεν Μίλερ, Μπένι Γκούντμαν, κλπ. Είναι η πιο γνωστή σε μας τουλάχιστον από τις τρεις γραμμές καταγωγής του ροκ, γι' αυτό δεν θα επεκταθούμε ιδιαίτερα.

Ακούστε μια μεγάλη επιτυχία του 1950 από μια άγνωστη στην Ελλάδα τραγουδίστρια, την Πέτι Πέιτζ, το πολύ όμορφο - γνωστό και από νεότερες εκτελέσεις - Tennessee Waltz.


Κάντρι & γουέστερν
Στην αναζήτηση των ριζών του ροκ ήχου, μια δεύτερη γραμμή, παράλληλη με την ποπ των μεγάλων ορχηστρών και των crooners τις δεκαετίες πριν την εμφάνιση του ροκ εν ρολ, θα οδηγούσε στα κάντρι ακούσματα των νοτιοανατολικών Πολιτειών των ΗΠΑ. Μουσική των αγροτικών περιοχών με έντονη θρησκευτικότητα δεν έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στους αστικούς πληθυσμούς. [Την αποκαλούσαν υποτιμητικά hillbilly - χωριάτικη - μουσική]

Ένα δείγμα τέτοιας μουσικής είναι το Great Speckled Bird [=μεγάλο πιτσιλωτό πουλί - η Βίβλος(;!)] του Ρόι Έικαφ, με το χαρακτηριστικό ήχο της κιθάρας, που τότε αποκαλούταν χαβανέζικος και έπειτα μετεξελίχτηκε στον ήχο της slide και της steel κιθάρας που χρησιμοποιήθηκε ευρέως στη ροκ.


Πιο δυτικά - Τέξας, Αριζόνα, κλπ - η καουμπόικη παράδοση επιβιώνει σε τραγούδια όπως το Blue Yodel [T for Texas, 1927] του μεγαλύτερου αστέρα της μουσικής Γουέστερν, του Τζίμι Ρότζερς. Προσέξτε το στιλ που πλασάρει η μουσική βιομηχανία: ο καουμπόι ή ο μηχανοδηγός που αφήνει για λίγο τη δουλειά του και πιάνει την κιθάρα! Να αναφέρουμε πως το τραγούδι έγινε διασκευή και από τους Lynyrd Skynyrd το 1976, για να φανεί πιο εύγλωττα η σχέση που είχε το μετέπειτα ροκ με τις συγκεκριμένες ρίζες.


Η μεγαλύτερη μορφή της κάντρι & γουέστερν ήταν αδιαμφισβήτητα ο Χανκ Γουίλιαμς. Με τεράστια επίδραση σε μετέπειτα μουσικούς, ο Χανκ Γουίλιαμς εξέφραζε τη μεταπολεμική άνθιση του συγκεκριμένους είδους, κυρίως μέσω του ραδιοφώνου, και τη συγκέντρωση της αντίστοιχης μουσικής βιομηχανίας στο Νάσβιλ του Τενεσί. Η βραχύβια καριέρα του και ο πρώιμος θάνατός του την Πρωτοχρονιά του 1953 σε ηλικία 29 χρονών βοήθησαν να γίνει ένας από τους θρύλους της αμερικάνικης μουσικής,


Η μαύρη μουσική
Αν η λευκή Αμερική - σχηματικά - ακούει την κυρίαρχη ποπ της εποχής στις πόλεις και την κάντρι & γουέστερν στην ύπαιθρο, οι καταπιεσμένοι μαύροι πληθυσμοί έχουν τη δική τους μουσική, που αρχίζει σιγά-σιγά να παίρνει τον δρόμο για τα στούντιο ηχογράφησης, αφού δημιουργείται ένα κοινό που έχει τα χρήματα για να αγοράσει δίσκους. Ενώ η τζαζ ακολουθεί μια παράλληλη και διαφορετική πορεία, αυτό που η μουσική βιομηχανία ονόμασε Rhythm & Blues θα παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του ροκ στα μέσα της δεκαετίας του '50.

Χαρακτηριστικό δείγμα ο Ρόμπερτ Τζόνσον με το Σταυροδρόμι του [όπου ο θρύλος λέει ότι πούλησε την ψυχή του στον διάβολο για να του χαρίσει την τέχνη της κιθάρας] από το 1936. Ο Έρικ Κλάπτον και οι Cream διασκεύασαν το τραγούδι to 1966.


Και για να μην υπάρχουν πολλές αμφιβολίες για την καταγωγή του ροκ εν ρολ, ας ακούσουμε την Caldonia  του Λούις Τζόρνταν από το 1946.