Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Πες μου τ' όνομά σου [Le nom des gens - Μισέλ Λεκλέρκ, 2011]

Ο Μισέλ Λεκλέρκ δηλώνει θαυμαστής και συνεχιστής του Γούντι Άλεν, οπότε φτιάχνει μια ρομαντική κομεντί διανθισμένη με εμβόλιμες σκηνές-σχόλια που θυμίζουν έντονα τον αμερικανό δημιουργό, ιδιαίτερα στις πρώτες του ταινίες. [Μου έρχονται πρόχειρα στον νου οι Ζητείται εγκέφαλος για ληστεία (Take the Money and Run, 1969), Νευρικός εραστής (Annie Hall, 1977).] Το αποτέλεσμα είναι, λοιπόν, το Πες μου τ' όνομά σου, μια ανάλαφρη ταινία που καταφέρνει ταυτόχρονα να μιλήσει για την κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη σύγχρονη Γαλλία. Προφανώς η μετάβαση σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση και ο Λεκλέρκ σατιρίζει τα γαλλικά ήθη ρίχνοντας το βλέμμα του σε δύο βασικές κατευθύνσεις: από τη μια, τον γαλλικό πατριωτισμό που προσπαθεί να χωρέσει τις όποιες διαφορές σε ένα στενό "παπούτσι" και, από την άλλη, μια αριστερή ιδεολογία - απότοκη του Μάη του '68 - που "φωνάζει" την ετερότητά της, διεκδικώντας τη θέση της.


Το σενάριο στηρίχτηκε  στην ημιαυτοβιογραφία της Μπαγιά Κασμί, η οποία κέρδισε και το βραβείο Σεζάρ γι' αυτό. Ο Αρτύρ Μαρτέν (Ζακ Γκαμπλέν) είναι ένας 50 παρά κάτι χρονών κτηνίατρος, ειδικευμένος στις επιδημίες ζώων. Δηλώνει οπαδός του σοσιαλιστή Λιονέλ Ζοσπέν και ζει μια πολύ συντηρητική ζωή. Ο πατέρας του είναι Γάλλος, ενώ η μητέρα του είναι εβραϊκής καταγωγής (με γονείς από τη Θεσσαλονίκη μάλιστα!), κάτι που η οικογένεια προσπαθεί επιμελώς να κρύψει. Έχουν ζήσει μια αποστειρωμένη και πουριτανική μικροαστική ζωή, εξαντλώντας τις όποιες ανησυχίες τους στη μανία για την αγορά οποιουδήποτε καινούργιου (και ολιγοζώητου) επιτεύγματος έχει να προσφέρει η τεχνολογία στους καταναλωτές. Στον αντίποδα, η αρκετά νεότερή του, γεμάτη ανησυχίες και ζωή, Μπαγιά Μπενμαχμούντ (Σαρά Φορεστιέ) είναι κόρη Αλγερινού μετανάστη, που έχει καταχωνιάσει το ζωγραφικό του ταλέντο για να θρέψει την οικογένειά του δουλεύοντας ως μπογιατζής και επισκευαστής παντός αντικειμένου, και αριστερής Γαλλίδας μεγαλοαστικής καταγωγής, που έχει απαρνηθεί την οικογένειά της. Οι δυο πρωταγωνιστές διηγούνται κατά πρόσωπο στην κάμερα τις οικογενειακές τους ιστορίες με χιούμορ, χρησιμοποιώντας φλασμπάκ με διάφορες τεχνικές, ανάλογα με την εποχή (ασπρόμαυρα πλάνα, ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικές ειδήσεις, ερασιτεχνικά βίντεο, κλπ.).


Οι δυο τους γνωρίζονται όταν ο Αρτύρ δίνει μια συνέντευξη στο ραδιόφωνο για τη γρίπη των πτηνών (H5N1), ενώ εκείνη πάει να δουλέψει εκεί για πρώτη (και τελευταία) μέρα ως τηλεφωνήτρια. Περνώντας τον για δεξιό, η Μπαγιά, που κοιμάται με όποιον "φασίστα" βρίσκεται στον δρόμο της για να τον αλλαξοπιστήσει, προσφέρεται να κάνει έρωτα μαζί του. Ο ντροπαλός και πάντα σφιγμένος Αρτύρ τρομάζει και ξεφεύγει με διάφορες προφάσεις. Ωστόσο, η τύχη (και η Μπαγιά) δεν θα τον αφήσει τόσο εύκολα ήσυχο στη μονήρη ζωή του. Ξανασυναντιούνται σε ένα εκλογικό κέντρο όπου και οι δυο τους με μισή καρδιά ψηφίζουν τον δεξιό Σιράκ απέναντι στον ακροδεξιό Λεπέν. Η συνεύρεση δυο τέτοιων ανθρώπων δεν μπορεί παρά να έχει εκρηκτικά - και διασκεδαστικά - αποτελέσματα.


Ο Λεκλέρ κινηματογραφεί με κέφι το ενδιαφέρον σενάριο και μας δίνει μια χιουμοριστική και αισθησιακή ταινία που επιχειρεί παράλληλα ένα σχολιασμό στη σύγχρονη γαλλική πραγματικότητα. Τάσσεται υπέρ του πολυπολιτισμικού μέλλοντος της Γαλλίας, χωρίς να διστάζει να καυτηριάσει και τις υπερβολές της αριστερής πολιτικής ορθότητας. Κάποιες στιγμές ένιωσα αμήχανα με το ιδιαίτερο γαλλικό χιούμορ, αλλά συνολικά βρήκα το Πες μου τ' όνομά σου ευχάριστο, με τα πολιτικά μέρη του ταιριαστά ενσωματωμένα στην πλοκή - ίσως μόνο η εισαγωγή να κράτησε κάτι παραπάνω. Όταν, μάλιστα, στο τέλος ακούστηκε με τους τίτλους και το τραγούδι De Beni Saf à Salonique, αισθάνθηκα την ταινία ακόμη πιο οικεία.

[Δείτε τρέιλερ του Πες μου τ' όνομά σου με αγγλικούς υπότιτλους από το YouTube]

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Κλίματα αγάπης [Iklimler - Νούρι Μπίλγκε Τζεϊλάν, 2006]

Μπορεί οι τούρκικες τηλεοπτικές σειρές να έχουν την επιτυχία τους σε ένα ορισμένο κοινό, αλλά σε κάποιους άλλους δημιουργούν μια περιφρόνηση που φοβάμαι πως οδηγεί σε γενικεύσεις όσον αφορά την τουρκική κουλτούρα - ιδιαίτερα τον κινηματογράφο. Κι όμως, το νέο τουρκικό σινεμά παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Τούρκους σκηνοθέτες είναι ο Τζεϊλάν (Nuri Bilge Ceylan). Κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες το 2003 με το Μακριά (Uzak, 2002) και μας έχει επίσης δώσει τους Τρεις Πίθηκους (2008) και το πρόσφατο Κάποτε στην Ανατολία (2011). Πολλοί κριτικοί διαπιστώνουν επιδράσεις τόσο από τον Ιάπωνα Γιασουχίρο Όζου, τον Μπέργκμαν και τον Αντονιόνι όσο και από τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Πράγματι τα μακράς διάρκειας πλάνα του, οι υπαρξιακές ανησυχίες που εκφράζουν οι ταινίες του και η ενασχόλησή του με καθημερινά θέματα θυμίζουν το έργο των προαναφερθέντων κινηματογραφιστών, χωρίς βέβαια να προσπαθώ να πω ότι ο Τζεϊλάν αντιγράφει. Αντίθετα, έχει δημιουργήσει ένα προσωπικό, αναγνωρίσιμο ύφος που θα γοητεύσει τον απαιτητικό κινηματογραφόφιλο.

Στα Κλίματα (το "αγάπης" είναι προσθήκη ελληνική που μάλλον δεν ταιριάζει στην ταινία), έχουμε ένα ζευγάρι, τον Ίσα (τον παίζει ο ίδιος ο σκηνοθέτης) και την πολύ νεότερή του Μπαχάρ (Εμπρού Τζεϊλάν, η σύζυγος του σκηνοθέτη), που η σχέση τους δείχνει αποτελματωμένη. Το έργο αρχίζει (και τελειώνει) με την κάμερα στο πρόσωπο της Μπαχάρ, που γέρνει το κεφάλι σε έναν τοίχο του αρχαίου ναού της Αρτέμιδος στις Σάρδεις. Γυρίζει το βλέμμα προς τον αρχαίο ναό, όπου εμφανίζεται ο Ίσα - τόσο μικρός ανάμεσα στις ιωνικές κολόνες! Χασμουριέται, προφανώς πλήττοντας, κάτι που όμως το αρνείται όταν τη ρωτάει ο Ίσα. Ενώ οι θερινές διακοπές τους στη νοτιοδυτική Τουρκία (Κας) συνεχίζονται, σιγά-σιγά, μέσα από αργά πλάνα, συνήθως σιωπηλά αλλά γεμάτα ένταση, οι σχέσεις τους οδηγούνται σε αδιέξοδο. Μια απελπισμένη της κίνηση (ας κρατήσω το σασπένς) θα σηματοδοτήσει την απομάκρυνσή τους. Η Μπαχάρ φεύγει, ενώ ο Ίσα συνεχίζει μόνος την περιοδεία του - διδάσκει αρχιτεκτονική στο πανεπιστήμιο και φωτογραφίζει αρχαίους ναούς για τα μαθήματά του. Το τέλος του καλοκαιριού τον βρίσκει να περιφέρεται θλιμμένος στα ερείπια του ναού της Αφροδίτης στην αρχαία Αφροδισιάδα (επαρχία Αϊδινίου). [Άραγε τι να νιώθει ένας σύγχρονος Τούρκος περιδιαβαίνοντας στα αρχαιοελληνικά ερείπια;]


Η ιστορία συνεχίζεται στην Κωνσταντινούπολη το φθινόπωρο, με τον Ίσα να επανασυνδέεται με μια παλιά του φιλενάδα, τη Σεράπ (ενώ ο άντρας που πρόκειται να παντρευτεί λείπει), σε μια σχέση που επικεντρώνεται στο σεξ. Παράλληλα, παρακολουθούμε την υπόλοιπη ζωή του: στο πανεπιστήμιο, με τους λιγοστούς του φίλους, τους γονείς του (τους παίζουν οι ίδιοι οι γονείς του σκηνοθέτη), την προετοιμασία της διατριβής του. Όταν αργότερα μαθαίνει από τη Σεράπ ότι η Μπαχάρ βρίσκεται στην ανατολική Τουρκία με το τηλεοπτικό συνεργείο στο οποίο εργάζεται, φεύγει μες στο καταχείμωνο για να τη βρει και να ξεκαθαρίσει τα πράγματα.

Τα Κλίματα λοιπόν αφορούν τις τρεις διαφορετικές περιοχές της Τουρκίας σε τρεις διαφορετικές εποχές, που σηματοδοτούν κατά κάποιο τρόπο και τις φάσεις που περνούν οι σχέσεις του ζευγαριού. Ο Τζεϊλάν ενδιαφέρεται να μας δείξει περισσότερο τα συμπτώματα της κρίσης τους παρά τις αιτίες. Τα μικρά ψέματα που λένε ο ένας στον άλλον, τις μικρές αδιαφορίες τους (ο Ίσα της παίρνει ένα δωράκι που εκείνη ξεχνάει να το πάρει μαζί της), τις στεγανές επαγγελματικές ασχολίες τους. Είναι φανερό ότι κανείς από τους δύο δεν ξέρει τι ακριβώς θέλει από τη σχέση τους. Όταν στο τέλος της ταινίας ο Ίσα πάει να τη βρει, η συνάντησή τους διακόπτεται συνέχεια από ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν στον χώρο. Το χιονισμένο τοπίο μοιάζει να έχει παγώσει και τους ίδιους. Τα δάκρυα της Μπαχάρ και τα απόμακρα βλέμματα και των δυο τους είναι πολύ πιο εύγλωττα από τα λόγια που ανταλλάσσουν, τα οποία συχνά διαψεύδονται, άλλωστε, από τις πράξεις τους.


Παρά το απλό σενάριο, ο Τζεϊλάν μάς δίνει μια κινηματογραφική ελεγεία για το τέλος ενός έρωτα που στηρίζεται κυρίως στα εξαιρετικά καδραρισμένα πλάνα του [αγαπημένη του συνήθεια να καδράρει στο πίσω μέρος των κεφαλιών!] και στη φωτογραφία. Αυτό που μας "μιλάει" κυρίως δεν είναι τα λόγια αλλά το εκτός κάδρου βλέμμα της Μπαχάρ και το μελαγχολικό πρόσωπο του Ίσα. Αξίζει τον κόπο να ψάξετε την ταινία - υπάρχει σίγουρα στο διαδίκτυο (στο YouTube ολόκληρο αλλά χωρίς υπότιτλους!!!) και με ελληνικούς υπότιτλους (έξτρα). Αν δεν μπορέσετε, κυκλοφορεί η πιο πρόσφατη Κάποτε στην Ανατολία σε κινηματογραφικές λέσχες (στον Βόλο, είναι στο πρόγραμμα της θερινής Εξωραϊστικής 25-27/9/2012 αλλά και το Μεταξουργείο θα την προβάλει στις 12/4/2013) και σε βιντεοκλάμπ. Αναμφίβολα, ο πολύ αξιόλογος Τούρκος σκηνοθέτης θα μας ξανααπασχολήσει στο μέλλον.

[Δείτε τρέιλερ του Κλίματα από το YouTube με αγγλικούς υπότιτλους]

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Αφιέρωμα στην Επιστημονική Φαντασία - Αγαπημένες ταινίες

2001, η Οδύσσεια του διαστήματος

Η Επιστημονική Φαντασία (Science Fiction / Sci-Fi) θεωρείται υπο-είδος του Κινηματογράφου του Φανταστικού (Fantasy). Ο Κινηματογράφος του Φανταστικού χρησιμοποιεί φανταστικά στοιχεία: φαινόμενα που δεν έχουν συμβεί, ούτε συμβαίνουν, ούτε θα μπορούσαν σήμερα να συμβούν. Η Επιστημονική Φαντασία στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα που οδηγούν σε μια επιστημονική (ή επιστημονικοφανή) υπόθεση, που συχνά αφορά το μέλλον. Ο προβληματισμός των ταινιών Ε.Φ. πηγάζει από τις αντιθέσεις της κοινωνίας του (εκάστοτε) σήμερα. Η θεματική τους αντανακλά τις ανησυχίες της κοινωνίας και ποικίλλει ανάλογα με τις συγκυρίες: διαπλανητικά ταξίδια, διαστημικοί πόλεμοι, επισκέψεις εξωγήινων, ανακαλύψεις άλλων κόσμων, ουτοπικές ή δυστοπικές κοινωνίες, οικολογικές ή πυρηνικές καταστροφές, τέλος του κόσμου, επικίνδυνες εφαρμογές της επιστήμης και της τεχνολογίας (π.χ. κλωνοποίηση), χωρο-χρονικές αντιλήψεις, κλπ.

Σολάρις

Υπάρχει η διαδεδομένη άποψη ότι η Ε.Φ. είναι ένα κινηματογραφικό είδος που απλώς προσφέρει εύπεπτη διασκέδαση στον θεατή και φυγή από την πραγματικότητα - ένα κατ' εξοχήν πεδίο θριαμβευτικής εφαρμογής της τεχνολογίας των υπολογιστών και των ειδικών εφέ. Ωστόσο, ακόμη και με μια πρόχειρη ματιά στα εν λόγω κινηματογραφικά έργα μπορεί κανείς αμέσως να διαπιστώσει πόσο λάθος είναι κάτι τέτοιο. Αντίθετα, οι ταινίες Ε.Φ. πάντοτε προσφέρονταν για την ανάπτυξη κοινωνικών προβληματισμών δύσκολων ή και ενοχλητικών για το κοινό. Η παρουσίαση ορισμένων αμφιλεγόμενων θεμάτων σε ένα διαφορετικό περιβάλλον μπορεί να κάνει τις ιδέες που προβάλλονται ευκολότερα αποδεκτές. Οι ταινίες Ε.Φ. είναι συνήθως έντονα πολιτικές (με την ευρεία έννοια) και σχολιάζουν με ιδιαίτερο τρόπο την κοινωνία της κάθε εποχής - είτε για να την αμφισβητήσουν, είτε για να τη δικαιολογήσουν.

Ας παρουσιάσουμε με χρονολογική σειρά τις αγαπημένες μας ταινίες Ε.Φ.:

Μητρόπολη [Metropolis - Φριτς Λανγκ, 1927]
Η κλασική βουβή ταινία του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού και μία από τις πρώτες Ε.Φ. μεγάλου μήκους. Μια δυστοπική πόλη του μέλλοντος κυβερνιέται αυταρχικά από τον βιομήχανο Φρέντερσεν. Ο γιος του βιομήχανου αποδοκιμάζει τη διακυβέρνηση του πατέρα του και προσπαθεί να ανατρέψει τους ταξικούς διαχωρισμούς. Γνωρίζεται με μια εργάτρια, τη Μαρία, που συμβουλεύει τους εργάτες να κάνουν υπομονή, προφητεύοντας την έλευση ενός μεσολαβητή ανάμεσα στα αφεντικά και στους εργάτες. Ο βιομήχανος διατάζει έναν επιστήμονα να κατασκευάσει ένα ομοίωμα της Μαρίας για να παγιδεύσει τους εργάτες. Παρά τα αμφιλεγόμενα πολιτικά της μηνύματα, η ταινία έμεινε στην ιστορία τόσο για τα μοναδικά για την εποχή της επιβλητικά σκηνικά (επηρεασμένα από τον Μοντερνισμό και το Αρ Ντεκό) όσο και για τα πειστικότατα ειδικά εφέ.
Η μνηστή του Φρανκενστάιν
Μεσολαβεί μια μεγάλη χρονική περίοδος όπου, παρ' όλο που γυρίζονται πολλές ταινίες Ε.Φ., οι περισσότερες δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν από τη μετριότητα. Μετά το Κραχ του '29, έχουμε κινηματογραφικά έργα που κινούνται στα όρια με τις ταινίες τρόμου (horror) [Φρανκενστάιν (1931), Δρ Τζέκυλ και Κος Χάιντ (1931), Ο αόρατος άνθρωπος (1933), Η μνηστή του Φρανκενστάιν (1935)]. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου κυριαρχούν οι ταινίες με σούπερ-ήρωες (Φλας Γκόρντον, Μπακ Ρότζερς) που γυρίζονται σε επεισόδια. Στην ψυχροπολεμική δεκαετία του '50, έχουμε την άνθιση της θεματικής των εξωγήινων, που εκφράζουν εν πολλοίς την αντικομουνιστική υστερία της εποχής, ενώ ο φόβος ενός πυρηνικού ολέθρου γεννάει αντίστοιχες (συνήθως) προπαγανδιστικές ταινίες. Χαρακτηριστικές αυτής της περιόδου είναι: ΣΟΣ: Σελήνη καλεί διάστημα (Destination Moon, 1950), Το πράγμα (The Thing from Another World, 1951), Ο πόλεμος των κόσμων (War of the Worlds, 1953), Η Εφ-Μπι-Άι σε συναγερμό (Them, 1954), Μονομαχία δύο κόσμων (Forbidden Planet, 1956), Οι άνθρωποι του τρόμου (Invasion of the Body Snatchers, 1956).
Fahrenheit 451 [Φρανσουά Τριφό, 1966]
Ο σημαντικός Γάλλος σκηνοθέτης μεταφέρει στην οθόνη το μυθιστόρημα του Ρέι Μπράντμπερι. Σε μια κοινωνία του μέλλοντος, τα βιβλία έχουν απαγορευτεί και οι πυροσβέστες τα καίνε μαζί με τα σπίτια όπου τα βρίσκουν (451 βαθμοί Φαρενάιτ είναι η θερμοκρασία όπου καίγεται το χαρτί). Η κυριαρχία της τηλεόρασης είναι απόλυτη. Ο πυροσβέστης Μόνταγκ (Όσκαρ Βέρνερ) αρχίζει να αναπτύσσει μια παράξενη έλξη για τα βιβλία, που εντείνεται όταν γνωρίζεται με μια κοπέλα, την Κλαρίς (Τζούλι Κρίστι). Η ταινία (όπως και το βιβλίο) είναι ανοιχτή σε ερμηνείες γιατί δεν δείχνει απλώς τον γραπτό λόγο υπό διωγμό, αλλά και τη μετατροπή του από την κυριαρχία της εικόνας σε ένα σύνολο κενών περιεχομένου πληροφοριών που δεν μπορεί να δώσει διέξοδο στην ανθρώπινη σκέψη.
2001, η Οδύσσεια του διαστήματος [2001: A Space Odyssey - Στάνλεϊ Κιούμπρικ, 1968]
Η Οδύσσεια του διαστήματος ήταν ταινία-σταθμός που ανανέωσε την Ε.Φ. και της έδωσε μια καινούργια δυναμική. Στηρίχτηκε στο διήγημα The Sentinel του Άρθουρ Κλάρκ, ο οποίος στη συνέχεια μετέφερε την ταινία σε μυθιστόρημα. Διαπραγματεύεται τον ρόλο κάποιων μυστηριωδών μαύρων μονόλιθων στην ανθρώπινη εξέλιξη και Ιστορία. Αφού παρακολουθεί για λίγο αυτή την εξέλιξη, μας μεταφέρει στο ταξίδι ενός διαστημόπλοιου προς τον Δία για να διερευνήσει μια σειρά σημάτων που έχουν ληφθεί από έναν τέτοιον μονόλιθο. Το έπος του Κιούμπρικ άφησε εποχή για την επιστημονική του ακρίβεια, τα πρωτοποριακά του ειδικά εφέ, τη μοναδική του μουσική επένδυση που αντικαθιστά την παραδοσιακή αφήγηση, αλλά και για το εύρος και το βάθος της θεματικής του. Οι διάλογοι είναι ελάχιστοι και κυριαρχεί η αίσθηση του αργού ρυθμού που θα πρέπει να έχει ένα διαστημικό ταξίδι. Μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τη μεταφυσική ερμηνεία της Ιστορίας που δίνει ο Κιούμπρικ, όμως σίγουρα θα βρει ενδιαφέρουσα την προβληματική του για τη σχέση ανθρώπου και μηχανής ή την αλληγορία του για τη γέννηση και τον θάνατο, που απηχεί τις ιδέες του Νίτσε.
Σολάρις [Αντρέι Ταρκόφσκι, 1972]
Το Σολάρις του Ταρκόφσκι είναι μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του σπουδαίου Πολωνού συγγραφέα Στανισλάβ Λεμ. Ο ψυχολόγος Κρις Κέλβιν ξεκινάει το ταξίδι του προς έναν διαστημικό σταθμό που βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη Σολάρις. Το πλήρωμα του σταθμού αντιμετωπίζει διάφορα ψυχολογικά προβλήματα που είναι άγνωστο τι τα προκαλεί. Να φταίει άραγε ο αέναα κινούμενος ωκεανός που καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια του πλανήτη; Η αργή αίσθηση του διαστημικού χρόνου και η σχέση φανταστικού/πραγματικού κάνουν το Σολάρις μια μοναδική εμπειρία. "Η εξερεύνηση της αναξιοπιστίας της πραγματικότητας και της δύναμης του ανθρώπινου ασυνείδητου, αυτή η εξέταση των ορίων του ορθολογισμού και της διεστραμμένης δύναμης ακόμη και του πιο κακότυχου έρωτα," λέει ο Σάλμαν Ρούσντι, καθιστούν το Σολάρις "ένα αριστούργημα."
 Άλιεν, ο επιβάτης του διαστήματος [Alien - Ρίντλεϊ Σκοτ, 1979]
Το εμπορικό ρυμουλκό διαστημόπλοιο Νοστρόμο δέχεται ένα σήμα άγνωστης προέλευσης από έναν μικρό πλανήτη και ο ηλεκτρονικός υπολογιστής που κατευθύνει το σκάφος αφυπνίζει το πλήρωμα, το οποίο βρισκόταν σε κατάσταση νάρκης κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Η ομάδα που κατεβαίνει στον πλανήτη για να δει τι συμβαίνει ανακαλύπτει ότι η προέλευση του σήματος είναι ένα κατεστραμμένο διαστημόπλοιο. Βρίσκουν μέσα του τον σκελετό ενός εξωγήινου πλάσματος και μια σειρά αυγών υπό επώαση. Χωρίς να το ξέρουν, θα μεταφέρουν στο πλοίο τους έναν εξαιρετικά επικίνδυνο εχθρό. Ο επιτυχημένος συνδυασμός Επιστημονικής Φαντασίας και Τρόμου δημιουργούν ένα άκρως ενδιαφέρον φιλμ. Η μεγαλύτερη αρετή του είναι ο τρόπος με τον οποίο συνταιριάζει μια γρήγορη αφήγηση με την καταπληκτική υπνωτιστική αίσθηση του διαστημικού ταξιδιού. Τα οπτικά εφέ είναι εξαιρετικά και το "τέρας" φοβερά σχεδιασμένο, αλλά και έξυπνα σκηνοθετημένο ώστε ποτέ να μην το καλοβλέπουμε και αυτή η απροσδιοριστία συντείνει στη δημιουργία τρόμου και αγωνίας.
Blade Runner [Ρίντλεϊ Σκοτ - 1982] 
Ο Σκοτ γύρισε αυτή τη μοναδική ταινία πάνω σε ένα μυθιστόρημα του Φίλιπ Κ. Ντικ, Do Androids Dream of Electric Sheep? [Ηλεκτρικό πρόβατο - εκδόσεις Παρά Πέντε]. Σε ένα δυστοπικό Λος Άντζελες, ο (πρώην;) αστυνομικός Ρικ Ντέκαρντ (Χάρισον Φορντ) αναλαμβάνει μια τελευταία αποστολή. Να βρει μια ομάδα από ανδροειδή που έχουν καταφύγει στο Λ.Α. από τον πλανήτη όπου εργάζονταν, πιθανόν  για να καταφέρουν να αυξήσουν τη διάρκεια ζωής τους. Τα βιορομπότ αυτά ("ρεπλίκες") κατασκευάζονται από την εταιρεία Ταϊρέλ για να εκτελούν βαριές εργασίες σε αντίξοες συνθήκες. Ζουν 4 χρόνια και τους απαγορεύεται να έρθουν στη Γη. Εξωτερικά δεν διακρίνονται καθόλου από τον άνθρωπο και οι ειδικοί (bladerunners) που τα "αποσύρουν" μπορούν να τα ξεχωρίσουν μόνο με κάποιους ελέγχους μνήμης. Αν και στην αρχή δίχασε τους κριτικούς, τώρα πια το Blade Runner θεωρείται ένας εξαιρετικός συνδυασμός Ε.Φ. και νεο-νουάρ που γοητεύει με τον σχεδιασμό παραγωγής του (φουτουριστικό ρετρό στιλ), την μουσική του Vangelis και τη θεματική του (τα όρια ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μηχανή).
Brazil [Τέρι Γκίλιαμ,1985]
Ο Σαμ Λόουρι (Τζόναθαν Πράις) εργάζεται σε μια δημόσια υπηρεσία και ζει μια μίζερη ζωή. Στα όνειρά του βλέπει ότι σαν ιπτάμενος ιππότης σώζει μια όμορφη δεσποσύνη. Μια μέρα, ένα ασήμαντο λάθος σε ένα μηχάνημα έχει ως αποτέλεσμα την κατά λάθος σύλληψη και τον θάνατο ενός ανθρώπου που έχει το ίδιο όνομα με έναν τρομοκράτη. Όταν ο Σαμ πάει να επισκεφτεί τη χήρα του θανόντος, ανακαλύπτει έκπληκτος στο πρόσωπο μιας γειτόνισσας τη γυναίκα που βλέπει στα όνειρά του. Ο μελλοντικός κόσμος όπου ζει ο Σαμ είναι μια παρωδία ολοκληρωτικού καθεστώτος, όπου όλα δουλεύουν στραβά. Στην ονειρική ταινία του, ο Γκίλιαμ (των Monty Python) σατιρίζει τον γραφειοκρατικό, δυσλειτουργικό βιομηχανοποιημένο κόσμο τού σήμερα που οδηγεί τους ανθρώπους στην τρέλα. Το Brazil αρχικά δεν είχε την αναμενόμενη εισπρακτική επιτυχία, αλλά σήμερα θεωρείται ταινία cult.
12 Πίθηκοι [Twelve Monkeys - Τέρι Γκίλιαμ, 1995]
Οι 12 Πίθηκοι στηρίχθηκαν στην ιδέα του γαλλικού φιλμ μικρού μήκους του Κρις Μαρκέ Η προκυμαία [La jetée, 1962]. Και στις δύο ταινίες ο πρωταγωνιστής κατατρύχεται από την εικόνα του θανάτου του. Στην ταινία του Γκίλιαμ, βρισκόμαστε στο έτος 2035 και μια επιδημία που ξεκίνησε το 1996 έχει ξεπαστρέψει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Γης. Ένας κατάδικος, ο Τζέιμς Κόουλ (Μπρους Γουίλις), στέλνεται πίσω στον χρόνο, στα 1996, για να ανακαλύψει πώς ξεκίνησε η επιδημία (του λένε πως διαδόθηκε από μια τρομοκρατική οργάνωση επονομαζόμενη "Η Στρατιά των Δώδεκα Πιθήκων") και να φέρει πίσω δείγματα του ιού πριν τη μετάλλαξή του. Κατά λάθος όμως στέλνεται στο 1990, συλλαμβάνεται και κλείνεται σε ένα ψυχιατρικό άσυλο υπό την επίβλεψη της Δρα Ράιλι (Μάντλιν Στόου). Ο Κόουλ βλέπει συνέχεια το ίδιο όνειρο: μια καταδίωξη και ανταλλαγή πυροβολισμών σε κάποιο αεροδρόμιο. Η ταινία περιέχει άμεσες και έμμεσες αναφορές στον Δεσμώτη του Ιλίγγου [Vertigo, 1958] του Χίτσκοκ. Η ενδιαφέρουσα θεματική τους για την υποκειμενική φύση της μνήμης και τις επιπτώσεις της στο πώς αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα καθώς και οι εναλλαγές της πλοκής κάνουν τους 12 Πίθηκους απολαυστικούς.     
Γκάτακα [Gattaca - Άντριου Νίκολ, 1997]  
Σε μια κοινωνία του εγγύς μέλλοντος που ελέγχεται από την Εταιρεία Γκάτακα, η ζωή των ανθρώπων ρυθμίζεται από το DNA τους, έτσι ώστε ο καταμερισμός της εργασίας να εξαρτάται από το γονιδιακό υλικό του καθενός. Η Ευγονική έχει αναπτυχθεί, αλλά οι γονείς του Βίνσεντ Φρίμαν (Ίθαν Χοκ) δεν χρησιμοποίησαν τις νέες τεχνολογίες στη σύλληψη του πρώτου τους γιου - υπάρχει ένας δεύτερος γιος που είναι γενετικά "τέλειος". Έτσι ο Βίνσεντ γεννιέται με προδιάθεση για καρδιακά νοσήματα και πνευματικές διαταραχές. Παρ' όλα αυτά, μεγαλώνει με το όνειρο να ταξιδέψει στο διάστημα, κάτι αδύνατο με βάση τα ισχύοντα περί γενετικών προδιαγραφών. Για να παρακάμψει τα εμπόδια βρίσκει τον Τζερόμ (Τζουντ Λο), έναν παραπληγικό (λόγω ατυχήματος) με ιδανικό DNA, και αγοράζει τη γενετική του "ταυτότητα". Το Γκάτακα δεν έγινε ποτέ εισπρακτική επιτυχία, αλλά απέσπασε ευνοϊκότατες κριτικές και αποτελεί σημείο αναφοράς για τη Βιοηθική για τον τρόπο με τον οποίο έθεσε τα ζητήματα που αφορούν την ανθρώπινη επέμβαση στο γενετικό υλικό.  
Επαφή [Contact - Ρόμπερτ Ζεμέκις, 1997]    
Η Επαφή βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Καρλ Σέιγκαν (Carl Sagan), γνωστού αστροφυσικού και πρωτεργάτη της SETI (Έρευνα για Εξωγήινη Νοημοσύνη). Η Δρ Έλι Άρογουεϊ (Τζόντι Φόστερ) εργάζεται σε ένα πρόγραμμα της SETI στο Αστεροσκοπείο Αρεσίμπο του Πουέρτο Ρίκο. Καθημερινά ακούει και καταγράφει σήματα που έρχονται από το διάστημα ελπίζοντας να εντοπίσει κάποια μορφή εξωγήινης ζωής. Η Κυβέρνηση τής αφαιρεί τη χρηματοδότηση θεωρώντας την όλη προσπάθεια μάταιη. Ωστόσο, εκείνη καταφέρνει να πάρει επιχορήγηση από έναν μυστηριώδη πολυεκατομμυριούχο (Τζον Χαρτ) και  μεταφέρει τις δραστηριότητές της στο Νέο Μεξικό. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η Έλι καταγράφει ένα ισχυρό επαναλαμβανόμενο σήμα που δείχνει να είναι μια σειρά πρώτων αριθμών. Ξαφνικά, το πρόγραμμά της γίνεται το κέντρο του ενδιαφέροντος για τους πάντες. Η ταινία μάς δίνει μια πιο φιλοσοφική θεώρηση του θέματος της επαφής με εξωγήινους, χωρίς ποτέ να παύει να προσφέρει διασκέδαση στον θεατή.  
Minority Report [Στίβεν Σπίλμπεργκ, 2002]      
Στην Ουάσιγκτον του 2054, ο Τζον Άντερτον (Τομ Κρουζ) είναι ο διοικητής μιας ειδικής μονάδας της Αστυνομίας που λέγεται Προέγκλημα (Precrime). Χρησιμοποιώντας τρία άτομα που έχουν το χάρισμα να βλέπουν το μέλλον, η ομάδα του Άντερτον επεμβαίνει και προλαμβάνει τα εγκλήματα. Όμως, κάποια στιγμή οι προβλέψεις αφορούν έναν φόνο που θα διαπράξει ο ίδιος ο Άντερτον, με θύμα κάποιον που δεν γνωρίζει. Το Minority Report στηρίχθηκε σε ένα διήγημα του Φίλιπ Κ. Ντικ. Η φωτογραφία χρησιμοποιεί υψηλό κοντράστ για να δημιουργήσει σκοτεινά χρώματα και σκιές, και
 μια ατμόσφαιρα που θυμίζει φιλμ νουάρ. Το κεντρικό θέμα της ταινίας του Σπίλμπεργκ είναι κατά πόσο μπορεί να υπάρξει ελεύθερη βούληση όταν το μέλλον είναι προκαθορισμένο και γνωστό εκ των προτέρων, ενώ ασχολείται και με τον ρόλο των ΜΜΕ σε μια κοινωνία όπου η τεχνολογική πρόοδος τα καθιστά παντοδύναμα.
Γουόλ-Υ (Wall-E - Άντριου Στάντον, 2008)
Μια εξαιρετική παραγωγή κινουμένων σχεδίων με χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών από τα Στούντιο της Pixar σε σκηνοθεσία Άντριου Στάντον [Ψάχνοντας τον Νέμο (2003), Τζον Κάρτερ - Ανάμεσα σε δύο κόσμους (2012)]. Ο Γουόλ-Υ είναι ένα μοναχικό ρομπότ πάνω σε μια κατεστραμμένη Γη, που οι κάτοικοί της την έχουν εγκαταλείψει. Είναι προγραμματισμένος από αιώνες να φτιάχνει ουρανοξύστες από συμπιεσμένα σκουπίδια και να τακτοποιεί κάπως το χάος που έχει μείνει πάνω στον έρημο πλανήτη. Διασώζει διάφορα ευρήματα που "θεωρεί" ότι έχουν κάποια αξία, δημιουργώντας έτσι μια παράξενη συλλογή από αντικείμενα που μαρτυρούν τον ανθρώπινο πολιτισμό που έχει εκλείψει. Ένα ρομπότ τελευταίας τεχνολογίας (και "θηλυκών" χαρακτηριστικών), ονόματι Εύα - καθόλου τυχαία η επιλογή του βιβλικού ονόματος - έρχεται στη Γη προγραμματισμένο να ανιχνεύσει αν υπάρχουν σημάδια ζωής στον πλανήτη. Ο Γουόλ-Υ την "ερωτεύεται" και την ακολουθεί στην προγραμματισμένη επιστροφή της. Η εξαιρετική εικονογραφική αισθητική της ταινίας μαζί με την ενδιαφέρουσα (αν και ελαφρώς θρησκευτική) προβληματική της την καθιστούν απολαυστική για κάθε ηλικία.
Άβαταρ [Avatar - Τζέιμς Κάμερον, 2009]
Όταν ο αδερφός του σκοτώνεται, ο παραπληγικός πεζοναύτης Τζέικ Σάλι (Σαμ Γουόρθινγκτον) δέχεται να πάρει τη θέση του σε μια αποστολή στον μακρινό πλανήτη Πανδώρα στο Άλφα του Κενταύρου. Εκεί διαπιστώνει ότι η άπληστη εταιρεία που έχει αναλάβει την εκμετάλλευση των ορυχείων ετοιμάζεται να εκδιώξει τον ντόπιο πληθυσμό των Να 'βι από τις πατρογονικές του εστίες για να επεκτείνει τις δραστηριότητές της. Στον Τζέικ ανατίθεται να μελετήσει τον πολιτισμό των Να 'βι μέσω ενός "άβαταρ" - σώματος  με εξωτερικά χαρακτηριστικά Να 'βι που λειτουργεί ελεγχόμενο εξ αποστάσεως από έναν ανθρώπινο εγκέφαλο - έτσι ώστε η εταιρεία να καταφέρει να τους ελέγξει. Ο Τζέικ ως άβαταρ σχετίζεται με την πριγκίπισσα Νεϊτίρι (Ζόι Σαλντάνα), κάτι που περιπλέκει τον ρόλο του. Το Άβαταρ του Κάμερον εκμεταλλεύεται με μοναδικό τρόπο την τεχνολογία για να μας δώσει μια γοητευτική ταινία πάνω στον ιμπεριαλισμό και τις σχέσεις εκμετάλλευσης, με οικολογικές διαστάσεις και εστίαση στην ανθρωπιά.
Μάτριξ
Στη λίστα με τις αγαπημένες μου ταινίες έχω (προφανώς) παραλείψει κάποιες που ενώ θεωρούνται κλασικές του είδους δεν ταιριάξανε εντελώς με τα γούστα μου: τη σειρά του Πολέμου των Άστρων, τη σειρά των Μάτριξ, τη σειρά του Εξολοθρευτή, την Επιστροφή στο μέλλον, τον Ε.Τ., το Κουρδιστό πορτοκάλι, τα υπόλοιπα της σειράς των Άλιεν, το V for Vendetta, το Inception, και άλλες.
Ο πλανήτης των πιθήκων
Φυσικά ένα κινηματογραφικό είδος σαν την Επιστημονική Φαντασία είναι απέραντο και δεν μπορεί να εξαντληθεί μέσα από 13 όλο κι όλο επιλογές. Μια σειρά αξιόλογων ταινιών που επίσης θα μπορούσε κανείς να αναζητήσει και πιθανότατα να βρει ενδιαφέρουσες είναι οι εξής: Η πόλη των καταραμένων [The Village of the Damned - Wolf Rilla, 1960] Άλφαβιλ [Alfaville - Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, 1965] Σατανική επιχείρηση [Seconds - Τζον Φρανκενχάιμερ, 1966] Ο άνθρωπος που ήρθε από το μέλλον / Ο πλανήτης των πιθήκων [Planet of the Apes - Φράνκλιν Σάφνερ, 1968] Νέα Υόρκη έτος 2022 μ.Χ. [Soylent Green - Ρίτσαρντ Φλάισερ, 1973] Ο επαναστάτης της νύχτας [Westworld - Μάικλ Κράιτον, 1973] Άγριος πλανήτης [La planete sauvage - Ρενέ Λαλού, 1973 - κινούμενα σχέδια] Rollerball [Νόρμαν Τζούισον, 1975] Στενές επαφές τρίτου τύπου [Close Encounters of the Third Kind - Στίβεν Σπίλμπεργκ, 1977] Μακάβρια εισβολή [Invasion of the Body Snatchers - Φίλιπ Κάουφμαν, 1978] Η απειλή [The Thing - Τζον Κάρπεντερ, 1982] Η μύγα [The Fly - Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ, 1986] Α.Ι.: Τεχνητή νοημοσύνη [Artificial Intelligence: AI - Στίβεν Σπίλμπεργκ, 2001] Ανθρώπινο μίσος [Eqilibrium - Kurt Wimmer, 2002] Εγώ, το ρομπότ [I, Robot - Άλεξ Πρόγιας, 2004]
Προμηθέας
Το αφιέρωμα αυτό έγινε εν αναμονή της ταινίας Προμηθέας του Ρίντλεϊ Σκοτ. Δεν θα είχε γίνει ποτέ αν δεν είχα κάποτε διαβάσει το βιβλίο του Δημήτρη Παναγιωτάτου Ο φανταστικός κινηματογράφος (εκδόσεις ΔΕΚΑ, 1979). Αν πιστεύετε ότι κάποια ταινία μάς διέφυγε, μπορείτε να την προσθέσετε με σχόλιό σας.

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Αγώνες Πείνας [The Hunger Games - Γκάρι Ρος, 2012]

Στη Βόρεια Αμερική του μέλλοντος, το κράτος της Πανέμ κρατά δια της βίας υποτελείς τις 12 Περιφέρειες που κάποτε εξεγέρθηκαν ενάντια στην κεντρική εξουσία. Η Κάπιτολ είναι η πρωτεύουσα: πόλη-φρούριο στην οποία εδρεύει η κυβέρνηση και κατοικεί η ελίτ του έθνους. Μια ελίτ που θυμίζει φουτουριστική εκδοχή των πιο παρακμιακών εποχών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας [χαρακτηριστικά κάποια ονόματα: Σενέκας, Καίσαρ], ένα απέραντο τσίρκο από κλόουν με εξωφρενικά κοστούμια, κομμώσεις και μακιγιάζ, που μοιάζουν να ζουν για το θέαμα που τους προσφέρουν οι ετήσιοι Αγώνες Πείνας. Σ' αυτούς τους αγώνες παίρνουν μέρος, ως τιμωρία, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι 12-18 χρονών από κάθε Περιφέρεια. Οι 24 έφηβοι μονομαχούν μέχρι θανάτου σε ένα ειδικά διαμορφωμένο τεχνητό δάσος ώσπου να αναδειχθεί ένας τελικός νικητής. Οι αγώνες μεταδίδονται τηλεοπτικά εν είδει γιγαντιαίου και αιμοσταγούς ριάλιτι σόου που καθηλώνει ολόκληρο το έθνος.


Στους 74ους Αγώνες Πείνας, κληρώνεται να πάρει μέρος από τη φτωχή 12η Περιφέρεια (με κατοίκους κυρίως μεταλλωρύχους) η 12χρονη Πρίμροουζ Έβερντιν. Η μεγαλύτερη αδερφή της, η 16χρονη Κάτνις, που την υπεραγαπά, ζητά να πάει ως εθελόντρια στη θέση της. Η Κάτνις και ο άλλος άτυχος νέος, ο Πίτα, που τυχαίνει να είναι από χρόνια κρυφά ερωτευμένος μαζί της, μεταφέρονται με ειδικό τρένο στην Κάπιτολ όπου θα προετοιμαστούν για τους αγώνες. Αυτό - όπως κάθε σωστό ριάλιτι - συμπεριλαμβάνει τηλεοπτικές συνεντεύξεις (εξαιρετικός ο Στάνλεϊ Τούτσι ως φευγάτος παρουσιαστής) για να γνωρίσει το κοινό τον κάθε υποψήφιο [: tribute = προσφορά για θυσία - θυμίζει εντελώς τους Αθηναίους εφήβους που "προσφέρονταν" ως φόρος υποτέλειας στον Μινώταυρο]. Φυσικά, έχει προηγηθεί η παρέλαση των διαγωνιζομένων, που είναι κάτι μεταξύ τελετής έναρξης Ολυμπιακών Αγώνων και παρουσίασης μονομάχων σε ρωμαϊκή αρένα. Όλα αυτά αποσκοπούν και στην εξασφάλιση κάποιων χορηγιών προς τους διαγωνιζόμενους, που θα τους βοηθήσουν στη μάχη τους για την επιβίωση - εφόσον βέβαια "αρέσουν" στο κοινό. [Όπως και στο Facebook χωρίς "like" είσαι "ανύπαρκτος", άρα χαμένος!]



Η κεντρική ιδέα και όλες αυτές οι αναφορές στη Μυθολογία, στην Ιστορία, αλλά και στο σήμερα, αποτελούν γοητευτικές προϋποθέσεις για μια ενδιαφέρουσα ταινία. Τότε γιατί οι Αγώνες Πείνας του Γκάρι Ρος [Pleasantville (1998), Το μεγάλο φαβορί (2003)] δεν καταφέραν να μας πείσουν; Πρώτα απ' όλα, μια τόσο φιλόδοξη ιδέα απαιτεί ιδιαίτερη μαεστρία, (και κινηματογραφικό χρόνο) για να στηθεί ένας ολόκληρος κόσμος. Ο Ρος, στηριγμένος στο πρώτο μέρος της μυθιστορηματικής τριλογίας της Σούζαν Κόλινς (Αγώνες Πείνας, Φωτιά, Κοτσυφόκισσα - εκδόσεις ΠΛΑΤΥΠΟΥΣ), δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο να μας δείξει τους νεαρούς ήρωες και αυτούς καθ' εαυτούς τους αγώνες. Ο κινηματογράφος δεν είναι βέβαια κοινωνικοπολιτική μελέτη. Όμως, για να λειτουργήσει η αληθοφάνεια σε μια ταινία, το (φαντασιακό εδώ) ιστορικό πλαίσιο θα πρέπει να "περνάει" (να δικαιολογείται;) στον θεατή μέσα από την πλοκή και την εικόνα. Εδώ, οι καρικατούρες των πολιτών της Κάπιτολ είναι ο "Άλλος", το κοινό στις κερκίδες, ένα ακροατήριο που η κάμερα κρατά σε απόσταση. Οι λίγοι από αυτούς που γνωρίζουμε είναι ρηχοί, απροσπέλαστοι ή αταίριαστα υποστηρικτικοί (γιατί;). Τα κίνητρά τους μας είναι άγνωστα. Σκηνοθετική επιλογή;


Αλλά μήπως οι νεαροί ήρωες της ταινίας μάς είναι οικείοι; Αν εξαιρέσουμε την Κάτνις (Τζένιφερ Λόρενς) - τη θηλυκή Γουλιέλμο Τέλο, που τραβάει σαν μαγνήτης την κάμερα - και τον Πίτα (Τζος Χάτσερσον), ελάχιστα μαθαίνουμε για τους υπόλοιπους. Δεν θα έπρεπε κάπως να δικαιολογηθεί γιατί οι δυο τους είναι πιο "ανθρώπινοι" από τους άλλους; Οι κοινότυποι διάλογοι δεν βοηθάνε. Ίσως αν δεν ήταν τόσοι πολλοί οι "μονομάχοι" ή αν ο σκηνοθέτης επέλεγε να επικεντρωθεί έστω σε κάποιους από αυτούς, να είχε ο θεατής μεγαλύτερη εμπλοκή στα δρώμενα. Γιατί χωρίς αυτή δεν υπάρχει σασπένς, όση δράση κι αν μας προσφέρεται - ιδιαίτερα όταν το happy ending μοιάζει δεδομένο.


Όλες αυτές οι ενστάσεις μου, όμως, πιθανότατα δεν θα αγγίξουν ένα νεανικό κοινό εθισμένο στα ριάλιτι, στους Χάρι Πότερ και στα Twilight. Οι Αγώνες Πείνας του Γκάρι Ρος ήδη θεωρούνται επιτυχημένοι στις ΗΠΑ και υπάρχουν τα άλλα δύο μέρη της τριλογίας της Κόλινς που περιμένουν τη μεταφορά τους στη μεγάλη οθόνη. Εμείς, ως λάτρες της (καλής) Επιστημονικής Φαντασίας, δεν έχουμε παρά να ελπίζουμε ότι ο σκηνοθέτης (που η προϊστορία του δεν είναι καθόλου κακή) θα μας δώσει κάτι πιο ολοκληρωμένο στη συνέχεια.

[Δείτε τρέιλερ των Αγώνων Πείνας με ελληνικούς υπότιτλους από το You Tube]

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Ψαρεύοντας σολομούς στην Υεμένη [Λάσε Χάλστρομ, 2011]

Δεν συνηθίζω να βλέπω ταινίες τα κυριακάτικα πρωινά μου. (Όχι, δεν πάω στην εκκλησία!) Ωστόσο, εκμεταλλευόμενος το ράθυμο ξεκίνημα μιας αυγουστιάτικης ευπρόσδεκτα δροσερής μέρας, βάλθηκα να παρακολουθήσω το Ψαρεύοντας σολομούς στην Υεμένη του Λάσε Χάλστρομ [Θέα στον ωκεανό (1999), Chocolat (2000)] σε σενάριο του Σάιμον Μποφόι [Άντρες με τα όλα τους (1997), Slumdog Millionaire (2008)] από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Πολ Τόρντεϊ [εκδόσεις Μίνωας]. Ο τίτλος προϊδέαζε βέβαια για κάτι καλό (γοητευτική η μετοχή!), αλλά δεν περίμενα να μου βγει εξαρχής τόσο αυθόρμητο γέλιο και τόσο θετικό συναίσθημα.

Ο Δρ Άλφρεντ Τζόουνς (Γιούαν ΜακΓκρέγκορ) ή απλώς Φρεντ είναι ιχθυολόγος που εργάζεται για μια βρετανική δημόσια υπηρεσία (υπουργείο;). Δέχεται κάποια μέιλ από τη σύμβουλο επιχειρήσεων Χάριετ Τσέτγουντ-Τάλμποτ (Έμιλι Μπλαντ), όπου του ζητείται να υποστηρίξει ένα εξωπραγματικά φιλόδοξο πρόγραμμα για τη δημιουργία εγκαταστάσεων ψαρέματος σολομού στην Υεμένη, που προωθεί ένας πάμπλουτος σεΐχης. Αρχικά απορρίπτει την ιδέα ως εξωφρενική. Όμως, μερικά γεγονότα στο Αφγανιστάν που αμαυρώνουν την εικόνα της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής, οδηγούν την εκπρόσωπο Τύπου της κυβέρνησης Πατρίσια Μάξγουελ (Κριστίν Σκοτ-Τόμας) να αναζητήσει κάποιο επικοινωνιακό αντίβαρο. Πιστεύοντας ότι η ιδέα του σεΐχη θα μπορούσε να αποσπάσει την προσοχή της κοινής γνώμης από τις αρνητικές εξελίξεις στο Αφγανιστάν, η Πατρίσια εξαναγκάζει την υπηρεσία του Φρεντ να ασχοληθεί σοβαρά με την υπόθεση. Με μισή καρδιά, ο Φρεντ εκπονεί μια μελέτη, όπου θέτει τα (ανυπέρβλητα;) εμπόδια για την εφαρμογή του επενδυτικού προγράμματος. Προσκαλείται, όμως, μαζί με τη Χάριετ για ένα σαββατοκύριακο στο κτήμα του σεΐχη στη Σκωτία και πείθεται από τον οραματιστή Άραβα να συμμετάσχει στην εφαρμογή της μεγαλόπνοης μα δυσεφάρμοστης ιδέας.


Παράλληλα, παρακολουθούμε την εξέλιξη των προσωπικών ζωών του Φρεντ και της Χάριετ. Εκείνος είναι παντρεμένος με την αγάπη (πιθανότατα) των φοιτητικών του χρόνων σε μια αποτελματωμένη σχέση που επιδεινώνεται από την απόφαση της συζύγου να δεχτεί - χωρίς προηγουμένως να το συζητήσει μαζί του - να αναλάβει στην εταιρεία όπου εργάζεται ένα καινούργιο υπεύθυνο πόστο στη Γενεύη. Εκείνη έχει μια σχέση μερικών εβδομάδων με έναν λοχαγό του στρατού που στέλνεται αιφνιδιαστικά σε αποστολή στο Αφγανιστάν. Στο πρόσωπό της, ο πάντα κουμπωμένος Φρεντ βρίσκει μια γοητευτική και έξυπνη γυναίκα που αποτελεί μια ευχάριστη αλλαγή από την τυπική και συγκαταβατική σύζυγό του. Η κατάσταση περιπλέκεται όταν η Χάριετ μαθαίνει πως ο λοχαγός της θεωρείται αγνοούμενος.


Το φλεγματικό χιούμορ είναι το απόλυτο προσόν της ταινίας του Χάλστρομ. Οι περισσότερες ατάκες εκφέρονται από τον ΜακΓκρέγκορ που αστειευόμενος με μια υποψία χαμόγελου στο κατά τα άλλα ανέκφραστο πρόσωπό του δεν μπορεί να μη σε κάνει τουλάχιστον να χαμογελάσεις. Ενδιαφέρων και ο ρόλος της Σκοτ-Τόμας ως μιας νευρωτικής και κυριαρχικής εκπρόσωπου Τύπου που χειραγωγεί τους πάντες προκειμένου να πετύχει αυτό που θέλει. Επιπλέον, το σενάριο εκμεταλλεύεται τον συμβολισμό του σολομού - που, όπως γνωρίζετε, κολυμπάει αντίθετα στο ρεύμα, σπρωγμένος από τις γενετικές του επιταγές -  για να μιλήσει για την πίστη στο όραμα που μόνο αυτή μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα και να κατορθώσει το ακατόρθωτο ακόμη και ενάντια σε ότι είναι εγγεγραμμένο στο DNA του καθένα - ή μήπως η υπέρβαση είναι μέρος του γενετικού μας υλικού; Η σκηνοθεσία είναι σφιχτοδεμένη και ο Χάλστρομ φαίνεται να ελέγχει τη γνωστή και από προηγούμενες ταινίες του ροπή προς τον συναισθηματισμό - αν και τα πράγματα χαλαρώνουν κάπως όταν η δράση μεταφέρεται στην Υεμένη.


Συνολικά, λοιπόν, παρά τις κάποιες μελοδραματικές πινελιές, ο (πρώην) Σουηδός Λάσε Χάλστρομ μάς προσφέρει μια διασκεδαστική ταινία δοσμένη με λεπτό χιούμορ (που μερικές φορές δυστυχώς χάνεται στη μετάφραση) και γεμάτη με μηνύματα αισιοδοξίας, πίστης και ελπίδας, απαραίτητα στις μαύρες μέρες που περνάμε.

[Δείτε τρέιλερ του Ψαρεύοντας σολομούς στην Υεμένη με ελληνικούς υπότιτλους από το YouTube]

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Ελένα [Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ, 2011]

Είχα καιρό να δω σύγχρονη ρωσική ταινία και ομολογώ πως σοκαρίστηκα από τούτη τη ζοφερή εικόνα της μετασοβιετικής πουτινικής κοινωνίας. Από το πρώτο κιόλας πλάνο των 80'' με τη μέρα να χαράζει πάνω στα τζάμια του διαμερίσματος όπου θα ξετυλιχθεί το δράμα και τα μαυροπούλια να κρώζουν δυσοίωνα, ένιωσα την ψυχή μου να σφίγγεται. Κι αργότερα, σ' όλη τη διάρκεια της Ελένα, λες κι άκουγα τη βραχνή φωνή του Λέοναρντ Κοέν να τραγουδάει: "I've seen the future, brother: it is murder". Ναι, πολύ φοβάμαι πως ο Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ [Η επιστροφή (2003), Η αποξένωση (2007)] θέλει να προφητέψει κάτι που ξεπερνάει τα όρια της χώρας του.


 Η πρώην νοσοκόμα Ελένα (Ναντέζντα Μάρκινα) ζει με τον πλούσιο, σκληρό κι απαθή (αζαχάρωτο, θα έλεγε η μάνα μου) δεύτερο σύζυγό της Βλαντιμίρ (Βολόντια, χαϊδευτικά) (Αντρέι Σμιρνόφ) σε ένα ψυχρό μεσοαστικό διαμέρισμα. Οι δυο σύζυγοι δείχνουν να έχουν ελάχιστες σχέσεις μεταξύ τους. Θα μπορούσε κάλλιστα εκείνη να είναι η γραμματέας του ή η οικιακή του βοηθός. Βλέπονται μόνο τα πρωινά - κινηματογραφημένα με τέτοιον επαναληπτικό τρόπο ώστε να δηλώνεται καθαρά η ρουτίνα. Τα βράδια εκείνος βλέπει αθλητικά στην τηλεόραση ξαπλωμένος στο δωμάτιό του, ενώ εκείνη στο δικό της βλέπει ριάλιτι. Ακόμη και οι μάλλον όχι ιδιαίτερα συχνές σεξουαλικές τους συνευρέσεις έχουν μια αμαρτωλή μηχανικότητα - σαν πληρωμένος έρωτας.



Ο Βλαντιμίρ έχει από έναν προηγούμενο γάμο μια κόρη, την Κάτια (Ελένα Λιάντοβα), που προτιμά να κρατάει αποστάσεις από τον πατέρα της, ο οποίος τη συντηρεί οικονομικά. Η Ελένα έχει κι αυτή έναν γιο, τον Σεργκέι, που δεν δουλεύει και η οικογένειά του μετά βίας συντηρείται, με τη βοήθεια της μάνας του. Για να αποφύγει τη στράτευση, ο μεγάλος εγγονός της Ελένα, ο Σάσα, θα πρέπει να σπουδάσει. Χρειάζονται χρήματα που μόνο ο Βλαντιμίρ μπορεί να του εξασφαλίσει. Εκείνος αρχικά αρνείται πεισματικά, όμως μετά την επιμονή της Ελένα δείχνει πιο διαλλακτικός. Ωστόσο, όταν ο Βλαντιμίρ παθαίνει μια καρδιακή προσβολή και σχεδιάζει να κάνει μια διαθήκη που θα ευνοεί την Κάτια, η πολύτιμη οικονομική βοήθεια φαίνεται να ματαιώνεται. Η Ελένα αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της.


Αυτό που κυριαρχεί στην ταινία του Ζβιάγκιντσεφ είναι τα ψυχρά και σκοτεινά χρώματα μαζί με τα μακρόσυρτα μελαγχολικά πλάνα του. Τα αντικείμενα και οι χώροι είναι οι βουβοί μάρτυρες του δράματος, που έχεις την αίσθηση πως δεν χρειάζεται καν λόγια. Η μουσική του Φίλιπ Γκλας σπρώχνει στα άκρα την ένταση. Οι χαρακτήρες, ουσιαστικά αποξενωμένοι μεταξύ τους, μοιάζουν να παίζουν ρόλους σε ένα ετεροκαθορισμένο παιχνίδι. Η Ελένα δεν θα διστάσει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να προστατέψει τους δικούς της. Αναρωτιέται κανείς ποια να είναι τα κίνητρά της πέρα από έναν γενετικό εξαναγκασμό για την επιβίωση του είδους της. Ο αχαϊρευτος γιος της άλλο δεν κάνει από το να πίνει μπύρες και να βλέπει ματς στην τηλεόραση. Ο "αθώος" έφηβος Σάσα συμμετέχει σε μια βίαιη επίθεση της συμμορίας του ενάντια σε μια άλλη ομάδα. Όλα συντείνουν στην απαισιόδοξη ατμόσφαιρα. Το φωτοστέφανο της Ελένα, αν το κοιτάξεις από πιο κοντά, δεν είναι παρά ένα κίτρινο ρούβλι.


Η Ελένα δεν βλέπεται ευχάριστα. Το συγκλονιστικό κοινωνικό θρίλερ του Ζβιάγκιντσεφ βρίθει από κακά σημάδια που δεν μπορείς να μη τα γενικεύσεις. Προς το τέλος της ταινίας, γίνεται μια διακοπή ρεύματος. Η Ελένα σφίγγει το χέρι του γιου της (αδικαιολόγητα;) τρομοκρατημένη. Έπειτα φέρνει την αριστερή παλάμη στο στήθος σαν να πρόκειται να της έρθει κόλπος. Ο Σεργκέι βγαίνει στον σκοτεινό διάδρομο και φωνάζει: "Φαίνεται πως είναι στο σκοτάδι όλη η πολυκατοικία." Μια μακρινή φωνή μισο-αστεία μισο-σοβαρά του απαντά: "Όλος ο κόσμος!"

[Δείτε τρέιλερ της Ελένα με αγγλικούς υπότιτλους από το YouTube.]